Ειδήσεις ΤΖΟΚΕΡ· ΣΕΙΣΜΟΣ· ΚΑΙΡΟΣ ΑΘΗΝΑ· ΟΑΕΔ Συννεφιά 18 Αθήνα ΚΑΙΡΟΣ

Κυκλοφορεί με GPS για να προστατευτεί από τον δολοφόνο πρώην σύζυγο της

Κυκλοφορεί με GPS για να προστατευτεί από τον δολοφόνο πρώην σύζυγο της
Διαδώστε αυτό το άρθρο

 

Επιλογή κατηγορίας

Τελευταία ενημέρωση: 25.11.2010 | 09:00
Πρώτη δημοσίευση: 25.11.2010 | 09:00

Ατημέλητη, ανέκφραστη, µε µαύρους κύκλους κάτω από τα µάτια. Από τότε που ο σύζυγός της, και παραλίγο δολοφόνος της, κυκλοφορεί ελεύθερος, δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι της χωρίς το GPS.

Είναι µια από τις πολλές κακοποιηµένες γυναίκες στην Ισπανία που σώθηκε ως εκ θαύµατος από την οργή του άντρα της. Και τη µέρα και τη νύχτα, και στο σινεµά και στο εστιατόριο, η 40χρονη µητέρα δύο παιδιών – ας την ονοµάσουµε Λόλι – δεν αποχωρίζεται ποτέ το GPS. Με αυτό είναι πάντα απευθείας συνδεδεµένη µε το ισπανικό κέντρο επιτήρησης Comete, όπου γνωρίζουν ανά πάσα στιγµή πού βρίσκεται εκείνη και πού ο σύζυγός της.
 
«Η δικαστής αποφάσισε να δώσει σ’ εκείνον µια ευκαιρία. Κι από µένα στέρησε το δικαίωµα να ζω µε ηρεµία», λέει. «Εκείνος» είναι ο άντρας της – ας τον πούµε Χουάν. Τον περασµένο Ιανουάριο φυλακίστηκε για απόπειρα δολοφονίας, αλλά τον Ιούνιο αφέθηκε ελεύθερος υπό τον όρο να µην πλησιάσει τη Λόλι σε απόσταση µικρότερη των 300 µέτρων και να φοράει διαρκώς ένα ηλεκτρονικό µπρασελέ. Κάθε φορά που το βγάζει, αποφορτίζεται η µπαταρία ή ο Χουάν εισέρχεται στην περίµετρο ασφαλείας, χτυπάει συναγερµός. Πρόκειται για το σύστηµα προστασίας θυµάτων συζυγικής βίας, το οποίο εφαρµόζεται στην Ισπανία από τον Ιούνιο του 2009 και δίνει σήµα συναγερµού στην Αστυνοµία σε περίπτωση κινδύνου.
 
«Την πρώτη φορά που λειτούργησε πήγαινα στο δικαστήριο, στην Αλµπαθέτε», αφηγείται η Λόλι. Σε αυτήν την επαρχιακή πόλη της Καστίλης ζούσε µε τον άντρα και τα δύο παιδιά τους, µέχρι που εκείνος αποπειράθηκε να τη δολοφονήσει. «Αρχισα να τρέµω. Αµέσως µετά χτύπησε το “τηλέφωνο”. Ο υπάλληλος µε ενηµέρωσε ότι τον εντόπισαν σε απόσταση 700 µέτρων και µου έδωσε το όνοµα του δρόµου όπου βρισκόταν. Εµεινα συνδεδεµένη µε το κέντρο, ώσπου έφθασα στο Αστυνοµικό Τµήµα και ζήτησα να µε συνοδεύσει ένας αστυνοµικός».
 
Συνοδευόµενη από τον ψυχολόγο της, η Λόλι αποφάσισε να πει όλη την ιστορία της. Ελπίζει εκείνος να διαβάσει το ρεπορτάζ, να συνειδητοποιήσει τις πράξεις του και να µάθει το µαρτύριο που βιώνει: τον φόβο να κοιµάται µόνη, τις συνεδρίες µε τον ψυχολόγο, τα χαπάκια για να µην «ονειρεύεται» – κάθε βράδυ ξαναζεί τον ίδιο εφιάλτη και σηκώνεται λουσµένη στον ιδρώτα.
 
Ηταν απόγευµα, 5 Ιανουαρίου. Η µητέρα τής Λόλι κρατούσε τα δύο παιδιά, ηλικίας 5 και 10 ετών. Το καλοκαίρι τού είχε ανακοινώσει ότι ήθελε να χωρίσουν. Κοιµόντουσαν σε ξεχωριστά δωµάτια, αλλά συνέχιζε να µένει στο σπίτι «για τα παιδιά». «Ηταν τεράστιο λάθος, αλλά δεν µπορούσα να ξέρω. ∆εν είχε σηκώσει ποτέ χέρι επάνω µου…», εξηγεί.
 
Στην αρχή προσπάθησε να την καλοπιάσει µε κλάµατα. Μετά δοκίµασε τον ψυχολογικό εκβιασµό: «Χωρίς εσένα είµαι ένα τίποτα», «Αν φύγεις, θα σκοτωθώ». Εκείνη την ηµέρα η Λόλι ανακάλυψε ότι ο Χουάν είχε µεταφέρει µέρος των χρηµάτων τους σε άλλον τραπεζικό λογαριασµό. Μόλις τόλµησε να του πει ότι δεν θα το επέτρεπε, έπεσε καταπάνω της. «Με ένα κοπίδι µού έκανε χαρακιές στον λαιµό και τον σβέρκο. Με έριξε κάτω και µου χτυπούσε το κεφάλι στο πάτωµα». Νόµιζε πως ήρθε το τέλος. Στάθηκε όµως τυχερή· οι γείτονες άκουσαν τα ουρλιαχτά της κι έσπευσαν µ’ έναν αστυνοµικό που βρισκόταν στην περιοχή κατά τύχη. Τη βρήκαν στο έδαφος, ενώ ο άντρας της την πατούσε κάτω µε το γόνατό του. Η Λόλι µεταφέρθηκε αµέσως στο νοσοκοµείο µε πολλαπλούς µώλωπες στο κρανίο, τον λαιµό και δύο κατάγµατα στον αυχένα. «Εµοιαζα µε πίνακα του Πικάσο», λέει µε µια δόση µαύρου χιούµορ, κληρονοµιά του προσωπικού της δράµατος.
 
Ο Χουάν τέθηκε υπό κράτηση κι εκείνη µαζί µε τα παιδιά µετακόµισαν στη Βαλένθια. «Στην Αλµπαθέτε νόµιζα ότι τον βλέπω διαρκώς µπροστά µου», εξοµολογείται. Σιγά σιγά µάζευε τα κοµµάτια της, ώσπου στις 7 Ιουνίου εκείνος ήταν ξανά ελεύθερος κι εκείνη υποχείριο των φόβων της. Πλέον δεν το συζητά καν: «Χωρίς αυτό το µηχάνηµα δεν πάω πουθενά. Αισθάνοµαι ασφαλής»
 
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα “Τα Νέα”



   Διαδώστε αυτό το άρθρο