Ειδήσεις ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ 2017· SURVIVOR· ΤΖΟΚΕΡ· ΣΕΙΣΜΟΣ· ΚΑΙΡΟΣ Λιακάδα 32 Αθήνα ΚΑΙΡΟΣ

Αντισυλληπτικό και εγκυμοσύνη προστατεύουν από καρκίνο των ωοθηκών

Αντισυλληπτικό και εγκυμοσύνη προστατεύουν από καρκίνο των ωοθηκών
Διαδώστε αυτό το άρθρο

 

Επιλογή κατηγορίας

Τελευταία ενημέρωση: 26.10.2011 | 14:20

Οι γυναίκες που επί τουλάχιστον μία δεκαετία παίρνουν αντισυλληπτικό χάπι, έχουν σχεδόν τις μισές πιθανότητες να εμφανίσουν καρκίνο των ωοθηκών.

Νέα επιστημονική έρευνα, στην οποία συμμετείχαν Έλληνες ερευνητές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μετά το αντισυλληπτικό χάπι που μειώνει κατά 45% τον κίνδυνο, ο δεύτερος πιο σημαντικός προστατευτικός παράγων κατά της συγκεκριμένης μορφής γυναικολογικού καρκίνου είναι να μείνει μια γυναίκα έγκυος, κάτι που μειώνει τον κίνδυνο κατά 29% σε σχέση με όσες δεν έμειναν ποτέ έγκυες.

Όσο πιο μεγάλη είναι η οικογένεια μιας γυναίκας, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα για καρκίνο των ωοθηκών, καθώς κάθε έξτρα παιδί μειώνει τον κίνδυνο κατά 8%.

Οι ερευνητές επεσήμαναν ότι το πόσο μεγάλη προστασία θα προσφέρει τελικά το αντισυλληπτικό χάπι, μπορεί να διαφέρει σημαντικά από γυναίκα σε γυναίκα, καθώς υπεισέρχονται και γενετικοί παράγοντες, από τους οποίους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος κάθε μιας ξεχωριστής περίπτωσης.

Η μελέτη υπολόγισε ότι 28 στις 100.000 γυναίκες που χρησιμοποίησαν το χάπι για 12 μήνες η λιγότερους, θα αναπτύξουν καρκίνο των ωοθηκών, ποσοστό που πέφτει στις 15 γυναίκες ανά 100.000, αν η χρήση του χαπιού έχει γίνει για τουλάχιστον δέκα χρόνια. Αν μια γυναίκα δεν έχει μείνει ποτέ έγκυος, ο κίνδυνος καρκίνου εκτιμήθηκε σε αναλογία 34 γυναικών ανά 100.000, ενώ πέφτει στις 24 ανά 100.000 μετά από μία εγκυμοσύνη.

Όπως και με τις άλλες μορφές καρκίνου, ο κίνδυνος εμφάνισης της νόσου αυξάνει με την ηλικία. Στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζεται στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.

Η κληρονομικότητα συγκεκριμένων γονιδίων παίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Η θεραπεία είναι πιο αποτελεσματική, αν η διάγνωση γίνει έγκαιρα.Στη νέα έρευνα συμμετείχαν η Α.Τριχοπούλου της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών και ο Κ. Τσιλίδης της μονάδας επιδημιολογίας καρκίνου του Τμήματος Κλινικής Ιατρικής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης.



   Διαδώστε αυτό το άρθρο