Ειδήσεις ΣΕΙΣΜΟΣ· ΒΑΣΕΙΣ 2017· ΤΖΟΚΕΡ· ΚΑΙΡΟΣ Λιακάδα 25 Αθήνα ΚΑΙΡΟΣ

Υψηλού κινδύνου τα παιδιά των οποίων οι γονείς εμφάνισαν νωρίς στεφανιαία νόσο

Υψηλού κινδύνου τα παιδιά των οποίων οι γονείς εμφάνισαν νωρίς στεφανιαία νόσο
Διαδώστε αυτό το άρθρο

 

Επιλογή κατηγορίας

Τελευταία ενημέρωση: 15.04.2011 | 15:18
Πρώτη δημοσίευση: 13.04.2011 | 15:18

Από την ηλικία των τριών ετών θα πρέπει να ελέγχονται τα επίπεδα χοληστερίνης (λιπιδαιμικό προφίλ) των παιδιών αυτών σύμφωνα με καρδιολόγους.

Τα παιδιά αυτά θεωρούνται υψηλού κινδύνου και θα πρέπει να ακολουθούν σε όλη τους τη ζωή υγιεινή διατροφή, άσκηση και εάν χρειάζεται, αγωγή με στατίνες ή άλλα υπολιπιδαιμικά φάρμακα μετά από κάποια ηλικία.

«Η έγκαιρη διάγνωση των πρωτοπαθών δυσλιπιδαιμιών, από την παιδική ηλικία, είναι σημαντική, διότι εάν μείνουν αδιάγνωστες, οδηγούν σε πρώιμη εμφάνιση στεφανιαίας νόσου, που εκδηλώνεται σαν έμφραγμα μυοκαρδίου, στηθάγχη, ανάγκη για αγγειοπλαστική, by pass ή ακόμη και αιφνίδιο θάνατο», αναφέρει η υπεύθυνη καρδιολόγος, διευθύντρια ΕΣΥ της Α’ Πανεπιστημιακής Κλινικής του ΑΧΕΠΑ, Αμαλία Μπουφίδου σε ανακοίνωση που θα παρουσιάσει το 11ο Διεθνές Συνέδριο New Trends in Cardiology, οι εργασίες του οποίου αρχίζουν αύριο στη Θεσσαλονίκη.

Οι δυσλιπιδαιμίες είναι διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών, και διακρίνονται σε πρωτοπαθείς και δευτεροπαθείς. Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες κληρονομούνται, ενώ οι δευτεροπαθείς όχι. Οι δευτεροπαθείς δυσλιπιδαιμίες εμφανίζονται στο πλαίσιο άλλων νοσημάτων, όπως υποθυροειδισμός, σακχαρώδης διαβήτης ή οφείλονται στη λήψη φαρμάκων (π.χ. κορτιζόνη, οιστρογόνα, ιντερφερόνη, αντιρετροϊκά φάρμακα κ.α.)

«Με τον όρο δυσλιπιδαιμίες, αναφερόμαστε στην υψηλή LDL-C > 160 mg/dl («κακή χοληστερόλη»), τη χαμηλή HDL-C <35mg/dl («καλή χοληστερόλη»), τα υψηλά τριγλυκερίδια >150 mg/dl. Οι δυσλιπιδαιμίες αντιπροσωπεύουν το 54% των παραγόντων του κινδύνου για οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, μεταξύ άλλων παραγόντων κινδύνου, όπως αρτηριακή υπέρταση, κάπνισμα, σακχαρώδη διαβήτη, ψυχοκοινωνικούς παράγοντες, παχυσαρκία» εξηγεί η κα Μπουφίδου.

Οι πρωτοπαθείς δυσλιπιδαιμίες δεν είναι σπάνιες διαταραχές. Μία από αυτές είναι η οικογενής ετερόζυγος υπερχοληστερολαιμία, η οποία σύμφωνα με την κα Μπουφίδου, συναντάται σε συχνότητα 1:500 στο γενικό πληθυσμό και κληρονομείται από τον έναν γονέα.

Εάν μείνει αδιάγνωστη και χωρίς θεραπεία, το 85% των ανδρών εμφανίζει έμφραγμα πριν το εξηκοστό έτος της ηλικίας. Τα άτομα αυτά έχουν υψηλή ολική χοληστερόλη >290 mg/dl, έχουν ξανθώματα στους τένοντες δακτύλων ή αχίλλειο τένοντα ή εμφανίζουν στο οικογενειακό τους ιστορικό πρώιμη εμφάνιση στεφανιαίας νόσου.

Μια άλλη πρωτοπαθής δυσλιπιδαιμία είναι η οικογενής συνδυασμένη δυσλιπιδαιμία (συχνότητα 0,5% στο γενικό πληθυσμό), κατά την οποία το άτομο έχει, ή μόνο υψηλή χοληστερόλη, ή μόνο υψηλά τριγλυκερίδια, ή και τα δύο, και σχετίζεται και αυτή με εμφάνιση πρώιμης στεφανιαίας νόσου. Αυτή η δυσλιπιδαιμία είναι υπεύθυνη για το 20% των εμφραγμάτων σε νέα άτομα.

«Ευτυχώς σήμερα η ιατρική επιστήμη, έχει στη φαρέτρα της αποτελεσματικά και σωτήρια φάρμακα για την αντιμετώπιση των δυσλιπιδαιμιών, με το «βαρύ πυροβολικό» της, τις στατίνες, οι οποίες κυκλοφορούν τα τελευταία 17 χρόνια. Σήμερα με τις στατίνες σε συνδυασμό με εζετιμίμπη έχουμε φθάσει σε μειώσεις LDL-C της τάξεως του 70%.

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα άτομα με οικογενή υπερχοληστερολαιμία, να φθάνουν στην ηλικία των 60 - 70 ετών χωρίς να υποστούν έμφραγμα μυοκαρδίου, κάτι το οποίο θα ήταν αδιανόητο πριν τις στατίνες. Οι πολυκεντρικές μελέτες έχουν δείξει ότι, οι άρρωστοι με προηγούμενο έμφραγμα μυοκαρδίου παίρνοντας στατίνη, για κάθε 40 mg/dl μείωση της LDL - C κερδίζουν 25% λιγότερα καρδιαγγειακά συμβάματα» επισημαίνει στην ανακοίνωσή της η κα Μπουφίδου.

Στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης λειτουργεί εδώ και 14 χρόνια τακτικό λιπιδαιμικό εξωτερικό ιατρείο, όπου προσφέρονται υπηρεσίες σε άτομα με ή χωρίς στεφανιαία νόσο, με προβλήματα δυσλιπιδαιμίας και άλλους παράγοντες κινδύνου, με σκοπό την πρόληψη της στεφανιαίας νόσου.

«Η αορτοστεφανιαία παράκαμψη και η αγγειοπλαστική αντιμετωπίζουν συμπτωματικά τη στεφανιαία νόσο. Η διεργασία όμως της αθηρωμάτωσης παρά ταύτα συνεχίζεται. Η υγειονοδιαιτητική αγωγή, μαζί βέβαια με τη φαρμακευτική αγωγή επιβραδύνουν την πρόοδο της αθηρωμάτωσης και την ανάπτυξη βλαβών σε άλλα σημεία του στεφανιαίου δικτύου» καταλήγει η κα Μπουφίδου.



   Διαδώστε αυτό το άρθρο