Μετά από έξι μήνες ακροάσεων, η υπόθεση του θανάτου του Ντιέγκο Μαραντόνα πλησιάζει στο φινάλε της. Η ετυμηγορία στην δίκη που διεξάγεται -σχετικά με τις συνθήκες θανάτου του θρύλου του παγκόσμιου ποδοσφαίρου- θα εκδοθεί στις 22 Δεκεμβρίου, όπως ανακοινώθηκε σήμερα (23.10.2026) από το δικαστήριο.
«Ελπίζω ο μπαμπάς μου να δικαιωθεί όπως του αξίζει, όπως και σε οποιονδήποτε άλλον», δήλωσε η 39χρονη Ντάλμα Μαραντόνα, κλαίγοντας, όταν κλήθηκε να μιλήσει στο τέλος της διαδικασίας.
«Κατά την διάρκεια αυτής της δίκης, η Τζιανίνα (η αδελφή της) και εγώ, ακούσαμε φρικτά και τερατώδη πράγματα να λέγονται για εμάς. Γνωρίζαμε ότι αυτό θα μπορούσε να συμβεί και προσπαθήσαμε να το αντιμετωπίσουμε όσο καλύτερα μπορούσαμε”, πρόσθεσε.
Οι επτά επαγγελματίες υγείας (ιατροί, νοσηλευτές, ένας ψυχίατρος και ένας ψυχολόγος) δικάστηκαν για πιθανή θανατηφόρα αμέλεια κατά την διάρκεια της νοσηλείας του Ντιέγκο Μαραντόνα.
Η δίκη ολοκληρώθηκε με σύντομες δηλώσεις από ορισμένους από τους κατηγορούμενους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κύριος κατηγορούμενος, ο νευροχειρουργός, Λεοπόλντο Λούκε, που ήταν ο έμπιστος ιατρός και φίλος του Μαραντόνα, επανέλαβε την θλίψη του και τόνισε: «Είμαι αθώος».
Η εισαγγελία ζήτησε ποινές φυλάκισης από τέσσερα έως 12 χρόνια για έξι από τους επτά κατηγορούμενους, με την αυστηρότερη ποινή να ζητείται για τον Δρ. Λούκε.
Ωστόσο, ποινές έως και 16 ετών ζητήθηκαν από ορισμένους από τους ενάγοντες, τα παιδιά και τις αδελφές του Μαραντόνα: εναντίον του Λούκε, και εναντίον της Νάνσι Φορλίνι, μιας 57χρονης ιατρού που ήταν η ιατρική συντονίστρια για την ανάρρωση του Μαραντόνα, εργαζόμενη για ιδιωτικό πάροχο υγειονομικής περίθαλψης.
Το δικαστήριο, ωστόσο, αθώωσε τον εξωτερικό ιατρό, Πέδρο ντι Σπάνια, ο οποίος είχε δει τον Μαραντόνα μόνο μία φορά κατά την διάρκεια της μοιραίας δύο εβδομάδων ανάρρωσής του.
Στην τελευταία συνεδρίαση, οι δικηγόροι τάχθηκαν υπέρ της αθώωσης του συντονιστή νοσηλευτικής, Μαριάνο Περόνι, 45 ετών, και του νοσηλευτή, Ρικάρντο Αλμιρόν, 43 ετών. Η εισαγγελία είχε ζητήσει ποινές φυλάκισης τεσσάρων ετών για αυτούς.
Ο Περόνι «δεν είδε ποτέ τον Μαραντόνα και η δουλειά του δεν ήταν να βλέπει τον ασθενή», υποστήριξε ο δικηγόρος του, Μάρτιν Μοντάλτο, αλλά να επιβλέπει τις βάρδιες των νοσηλευτών και να διασφαλίζει ότι ακολουθούσαν τα πρωτόκολλα.
«Όλες οι βάρδιες ήταν καλυμμένες» και «δεν πέρασε ούτε μια ημέρα χωρίς οι νοσηλευτές να ελέγξουν» τα ζωτικά σημεία του Μαραντόνα. Είναι αδύνατο να βρεθεί αυτό που «παρέλειψε να κάνει», πρόσθεσε. Υπερασπιζόμενος τον Ρικάρντο Αλμιρόν, ο Φράνκο Κιαρέλι τόνισε ότι ο πελάτης του «ήλεγχε τα ζωτικά σημεία του Μαραντόνα σε κάθε βάρδια», συμπεριλαμβανομένης της 24ης Νοεμβρίου, την ημέρα πριν από τον θάνατό του.
Και όταν έφυγε την αυγή, «ο Ντιέγκο ξεκουραζόταν, ανέπνεε καλά», δήλωσε, αμφισβητώντας σθεναρά το σενάριο μιας παρατεταμένης αγωνίας που διήρκεσε αρκετές ώρες, όπως υποστήριξαν ορισμένοι ιατρικοί εμπειρογνώμονες. Τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ενίσχυσαν κατά καιρούς την εντύπωση της εισαγγελίας για «πλήρη αποδιοργάνωση», για μια «σχεδόν αναρχική δομή» που περιέβαλλε την ανάρρωση του «πιο διάσημου» ασθενούς στον κόσμο.
Οι κατηγορούμενοι είτε κατέφυγαν πίσω από τις ειδικότητές τους (ψυχίατρος, ψυχολόγος-ειδικός εθισμού), οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με τις κλινικές αιτίες θανάτου: μια καρδιοαναπνευστική κρίση σε συνδυασμό με πνευμονικό οίδημα, είτε ισχυρίσθηκαν ότι δεν είχαν ρόλο λήψης αποφάσεων εντός της ιατρικής ομάδας κατά τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του Μαραντόνα. Και σε ορισμένες περιπτώσεις, ισχυρίσθηκαν ότι είχαν μείνει μακριά από ομάδες ανταλλαγής μηνυμάτων που κοινοποιούσαν πληροφορίες για την υγεία του Μαραντόνα.
Έτσι, η υπεράσπιση του Λούκε μετέφερε την ευθύνη στην Νάνσι Φορλίνι, η οποία ήταν τεχνικά υπεύθυνη για την ανάρρωσή του. Οι δικηγόροι της Φορλίνι αντέτειναν ότι ο ρόλος της ήταν να απαντά στα αιτήματα των «υπεύθυνων γιατρών», δηλαδή του Λούκε και της ψυχιάτρου Αγκουστίνα Κοσάτσοφ (για την οποία ζητήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ ετών).
Αρκετοί αντέκρουσαν επίσης την κλινική εικόνα που παρουσίασε η διεπιστημονική ιατρική επιτροπή που διόρισε το δικαστήριο το 2021, ιδίως όσον αφορά στην καρδιακή ανεπάρκεια του Μαραντόνα, που όπως υποστήριξαν, θα έπρεπε να είχε προκαλέσει ανησυχίες. Αμφισβήτησαν επίσης τα προβλήματα στους νεφρούς, τα οποία η υπεράσπιση του Δρ. Λούκε αντέτεινε ότι ήταν «ασυμπτωματικά». Υποδεικνύοντας τον αντίκτυπο της δίκης σε όσους εμπλέκονται, ο πρόεδρος του δικαστηρίου, Αλμπέρτο Γκάιγκ εμφανίσθηκε ιδιαίτερα συγκινημένος, ξεσπώντας σε λυγμούς καθώς ανακοίνωνε την ημερομηνία της ετυμηγορίας.
