Στέγαση: Πολλά προγράμματα, λίγα σπίτια
Η στεγαστική πολιτική μετρά πλέον δεκάδες προγράμματα, προϋπολογισμούς δισεκατομμυρίων ευρώ και χιλιάδες δικαιούχους· εντούτοις, το δομικό πρόβλημα παραμένει, καθώς τα διαθέσιμα ακίνητα στην αγορά είναι λίγα και ακριβά. Με βάση τα στοιχεία του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, υπάρχουν 48 ενεργές δράσεις, με συνολικό προϋπολογισμό άνω των 6,5 δισ. ευρώ, καθώς και 24 αμιγώς στεγαστικά προγράμματα άνω των 6 δισ. ευρώ, που απευθύνονται σε περισσότερους από 1,5 εκατ. πολίτες. Ωστόσο, όταν οι ώριμες δράσεις ενισχύουν κυρίως τη ζήτηση (μέσω επιδοτούμενων δανείων ή βοηθημάτων) ενώ οι παρεμβάσεις για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών κινούνται με βραδείς ρυθμούς, η πίεση στα ενοίκια δεν αποκλιμακώνεται. Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» αναδεικνύει ακριβώς αυτό το αδιέξοδο: υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια, έντονο ενδιαφέρον από τους πολίτες και υψηλή απορρόφηση, όμως ο δικαιούχος αδυνατεί να εντοπίσει το ακίνητο, να προλάβει τις γραφειοκρατικές διαδικασίες και να εξασφαλίσει τις απαραίτητες εγκρίσεις σε μια αγορά χωρίς επαρκές απόθεμα. Κατά συνέπεια, το πρόγραμμα συχνά χρηματοδοτεί απλώς την αναζήτηση, χωρίς να επιλύει την έλλειψη στεγαστικής προσφοράς που συντηρεί στα ύψη τις τιμές.
Αν δεν πέσουν τα ενοίκια, δεν υποχωρούν οι τιμές
Επομένως, το στεγαστικό ζήτημα δεν αποτελεί πλέον μόνο κοινωνικό πρόβλημα για τα ελληνικά νοικοκυριά, αλλά συνιστά και βασικό μηχανισμό ανατροφοδότησης της ακρίβειας. Όταν τα μισθώματα, το κόστος επισκευών, οι υπηρεσίες κατοικίας και η ενέργεια καταγράφουν άνοδο, ο πληθωρισμός είναι αδύνατον να αποκλιμακωθεί ουσιαστικά, ακόμη κι αν οι πιέσεις σε άλλες κατηγορίες προϊόντων υποχωρούν. Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ είναι ενδεικτικά: τον Απρίλιο ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 5,4%, ενώ η ομάδα της στέγασης έκανε άλμα 13,8%, δεχόμενη ισχυρές πιέσεις από τα ενοίκια, το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο θέρμανσης. Συνεπώς, όποιος προσδοκά αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη τιμών χωρίς να καμφθεί η πίεση στην αγορά ακινήτων, κυνηγά χίμαιρες.
Πότε θα ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ
Την ίδια στιγμή, μικρές προσδοκίες υπάρχουν για αποκλιμάκωση του πληθωρισμού όχι μόνον επειδή δεν προβλέπεται πτώση ενοικίων. Αλλά κυρίως διότι, αν επαληθευθεί το δημοσίευμα της ιαπωνικής εφημερίδας Nikkei, τα Στενά του Ορμούζ δεν πρόκειται να ανοίξουν εάν δεν παρέλθει ένας μήνας από τη στιγμή της επίτευξης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξίων. Το προσχέδιο της συμφωνίας προβλέπει την αποναρκοθέτηση των Στενών εντός 30 ημερών από τη συμφωνία, επιτρέποντας την ασφαλή διέλευση, δίχως την επιβολή τελών, πλοίων όλων των χωρών.
Περιζήτητες οι βίλες του μισού εκατομμυρίου
Το άλμα κατά 10,8% στις τιμές των εξοχικών ακινήτων το πρώτο τετράμηνο του 2026, με τη μέση τιμή στα 3.398 ευρώ ανά τ.μ., αποτυπώνει τις δύο ταχύτητες του ελληνικού real estate. Σύμφωνα με την έρευνα της Elxis, η αγορά κινείται πλέον από το εκρηκτικό ενδιαφέρον ξένων αγοραστών, κυρίως από τη Βόρεια Ευρώπη και τις ΗΠΑ (όπου πραγματοποιεί σημαντικό αριθμό αγοραπωλησιών η εταιρεία). Ταυτόχρονα, κυριαρχούν οι νεόδμητες κατοικίες, όπου οι τιμές στα συμβόλαια «από τα σχέδια» εκτινάχθηκαν κατά 12,5%, αγγίζοντας τις 507.427 ευρώ κατά μέσο όρο. Τι σημαίνει πρακτικά αυτή η τάση; Πρώτον, το παλαιότερο αγοραστικό «ταβάνι» των 350.000 ευρώ έχει ξεπεραστεί οριστικά, καθώς η μέση δαπάνη ανά αγοραστή ενισχύθηκε κατά 37,3%, με ισχυρή ζήτηση για πολυτελείς βίλες άνω του μισού εκατομμυρίου ευρώ. Δεύτερον, η ελληνική εξοχική κατοικία αντιμετωπίζεται πλέον ως καθαρό επενδυτικό καταφύγιο υψηλών προδιαγραφών, που προσφέρει συνδυαστικά απόδοση μέσω βραχυχρόνιας μίσθωσης και μελλοντική υπεραξία. Ταυτόχρονα, καταγράφεται στροφή σε μικρότερα υφιστάμενα ακίνητα -που οδήγησε σε μείωση της μέσης συνολικής τιμής τους κατά 13,3% στα €251.667. Ωστόσο, η μέση τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο αυξήθηκε σε 2.550 από 2.342 ευρώ. Η Κρήτη παραδοσιακά διατηρεί την πρωτοκαθεδρία της ως προορισμός εξοχικής κατοικίας.
Τι «βλέπει» η Santander στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
Ψήφο εμπιστοσύνης στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, που αποτελεί έναν καθαρόαιμο επενδυτικό όμιλο κρίσιμων υποδομών και παραχωρήσεων δίνει η Santander, η οποία επαναδιατυπώνει, στην πιο πρόσφατη έκθεσή της την τιμή-στόχο των 53 ευρώ. Βλέπει δηλαδή ένα εκκωφαντικό περιθώριο ανόδου της τάξης του 30% από τα επίπεδα των 40,60 ευρώ, όπου είχε «κλείσει» η μετοχή δημοσιευθεί το report της Santander. H ισπανική τράπεζα, που δίνει σύσταση “outperform”, θεωρεί ότι η αγορά τιμολογεί το χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ συγκρατημένα. Υπό την παραδοχή ότι οι υπόλοιπες δραστηριότητες αποτιμώνται εύλογα, το ταμπλό κοστολογεί τις οδικές παραχωρήσεις μόλις στα 1,2 δισ. ευρώ για το 2027, όταν το επενδεδυμένο κεφάλαιο θα αγγίξει τα 1,4 δισ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2026 και η πραγματική εύλογη αξία τους είναι πολύ υψηλότερη. Την ίδια στιγμή, στα αποτελέσματα ‘α τριμήνου που πρόκειται να ανακοινώσει η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, για πρώτη φορά, θα περιλαμβάνεται η Εγνατία Οδό, η οποία εκτιμάται ότι θα αντιπροσωπεύει το 19% της εύλογης αξίας των ιδίων κεφαλαίων. Με τα δεδομένα αυτά, η Santander εκτιμά ότι τα λειτουργικά κέρδη της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ θα αυξηθούν κατά 36%, ετησίως, το ‘α τρίμηνο, με τα συνολικά έσοδα να προβλέπονται σε 959 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, ο κατασκευαστικός βραχίονας παραμένει ισχυρός, υποστηριζόμενος από ένα ιστορικά υψηλό ανεκτέλεστο έργων ύψους 6,6 δισ. ευρώ, ενώ το pipeline νέων παραχωρήσεων, με αιχμή τον ΒΟΑΚ και το Αεροδρόμιο Καστελίου, εγγυάται μακροχρόνια ορατότητα εσόδων. Σημειωτέον ότι τη Δευτέρα η τιμή της μετοχής της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ «έκλεισε» στα 42,90 ευρώ.
Aluminco: Πώς εκτοξεύθηκαν τα Ebitda
Η οικονομική χρήση του 2025 για τον όμιλο της Aluminco αποτυπώνει ανάγλυφα το μέγεθος της πίεσης που υφίσταται ο μεταποιητικός κλάδος, με τις γεωπολιτικές αναταράξεις και το ενεργειακό κόστος να επηρεάζουν άμεσα την τελική γραμμή των αποτελεσμάτων. Σύμφωνα με την ετήσια οικονομική έκθεση της βιομηχανία διέλασης αλουμινίου, ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών υποχώρησε στα 52,94 εκατομμύρια ευρώ έναντι 53,72 εκατ. το 2024, σημειώνοντας μια οριακή αλλά ενδεικτική κάμψη της τάξης του 1%. Στον αντίποδα, τα μικτά κέρδη ενισχύθηκαν σημαντικά στα 7,65 εκατομμύρια ευρώ από 6,70 εκατομμύρια την προηγούμενη χρήση, βελτιώνοντας το μικτό περιθώριο κέρδους στο 14,47%. Η θετική αυτή εξέλιξη, σε συνδυασμό με τη δραστική μείωση των εξόδων διοίκησης στα 2,53 εκατομμύρια ευρώ, οδήγησε σε σημαντική αύξηση του EBITDA, το οποίο ανήλθε στα 4,32 εκατομμύρια ευρώ έναντι 3,11 εκατομμυρίων το 2024. Παρ’ όλα αυτά, το υψηλό χρηματοοικονομικό κόστος των 1,92 εκατομμυρίων ευρώ κράτησε τον όμιλο σε ζημιογόνο τροχιά. Τα αποτελέσματα προ φόρων διαμορφώθηκαν σε ζημιές 1,85 εκατ. ευρώ, ενώ οι τελικές καθαρές ζημιές μετά από φόρους άγγιξαν τα 1,54 εκατ. ευρώ, μειωμένες πάντως κατά 51% σε σχέση με τις απώλειες των 3,15 εκατ. της προηγούμενης περιόδου. Με το συνολικό δανεισμό στα 26,32 εκατ. ευρώ και τον δείκτη δανειακής επιβάρυνσης στο 89,26%, η παραγωγή ισχυρών ταμειακών ροών αποτελεί το μεγάλο στοίχημα της διοίκησης για το 2026.
Το πήρε πάνω του ο Παπασταύρου για τα φωτοβολταϊκά
Ένα θέμα που αφορά πολλές χιλιάδες μικρομεσαίους επενδυτές αποφάσισε να λύσει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου. Παρά τις αντίθετες απόψεις που επικρατούσαν εντός του υπουργείου, έκρινε σκόπιμο να δοθεί αποζημίωση στους παραγωγούς ενέργειας με φωτοβολταϊκά για τις ζημίες που υφίστανται λόγω των μηδενικών τιμών χονδρικής. Προφανώς, σημαντικό ρόλο στην εξεύρεση λύσης διαδραμάτισε και το γεγονός ότι η χώρα εισέρχεται πλέον σε μια μακρά προεκλογική περίοδο. Έτσι, το ΥΠΕΝ σπεύδει να κλείσει ένα μέτωπο που απασχολεί μεγάλο μέρος των πολιτών, ιδίως στην ελληνική περιφέρεια. Άλλωστε, σε ανάλογη κίνηση προέβη πρόσφατα και στην περίπτωση του χωροταξικού σχεδιασμού των ΑΠΕ.
Σε ισχύ η απόφαση για την αντιστάθμιση της βιομηχανίας
Σε εφαρμογή τέθηκε η απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, η οποία φέρει ιδιαίτερη σημασία για την εγχώρια βιομηχανία. Μετά τις διαπραγματεύσεις του ΥΠΕΝ με την Κομισιόν, ο συντελεστής αντιστάθμισης $CO_2$ προσδιορίστηκε στο επίπεδο των 0,82 τόνων ανά μεγαβατώρα από φέτος μέχρι το 2030. Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε όφελος ύψους περίπου 75 εκατ. ευρώ για τις βιομηχανίες. Πρόκειται για μέρος του πακέτου μέτρων στήριξης που είχε παρουσιάσει προ μηνών το υπουργείο, με στόχο τη θωράκιση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου.
