Τελευταία έχουν πυκνώσει οι αναλύσεις και τα σχόλια που αφορούν στην συνεχιζόμενη διαδικασία πρόωρης αποπληρωμής του δημόσιου χρέους. Όπως είναι γνωστό το ελληνικό δημόσιο μέσα από ένα πολύ προσεκτικά σχεδιασμένο πρόγραμμα από τον ΟΔΔΗΧ έχει προχωρήσει σημαντικά την πρόωρη αποπληρωμή του χρέους.
Εχει αποπληρωθεί το ακριβό δάνειο του ΔΝΤ και έχει επίσης αποπληρωθεί το μισό περίπου διακρατικό δάνειο του πρώτου μνημονίου των 52 δις ευρώ (GLF). Και ενώ αυτό συνεχίζεται, φαίνεται πως το ελληνικό δημόσιο ετοιμάζεται παράλληλα (πριν κλείσει το 2026) να αρχίσει να αποπληρώνει πρόωρα και το μεγάλο δάνειο από το ESM (EFSF), που ενσωματώνει το δεύτερο και το τρίτο δάνειο.
Το ερώτημα που έχει τεθεί από διάφορες πλευρές είναι αν αυτό συμφέρει το ελληνικό δημόσιο.
Αν δηλαδή συμφέρει αντι να έχει τα κεφάλαια αυτά διαθέσιμα στις «τσέπες» του (δηλαδή στους Προϋπολογισμούς του), να βιάζεται να τα μεταβιβάζει στις «τσέπες» των δανειστών του πριν του … τα ζητήσουν.
Πέραν του πανάκριβου και με ληστρικούς όρους δανείου από το ΔΝΤ που ξεφορτώθηκε από τις πλάτες του δημοσίου και για το οποίο κανείς δεν θα μπορούσε να εχει καμία αντίρρηση, η πρόωρη αποπληρωμή του διακρατικού δανείου των 52 δις ευρώ με επιτόκιο 1,5% ή του δανείου του ESM, ίσως θα μπορούσε να εγείρει τέτοια ερωτήματα.
Το δάνειο GLF έχει όπως είπαμε πολύ χαμηλό επιτόκιο περίπου 1,5%. Και θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί να το αποπληρώσω πρόωρα όταν για να πάρω το ίδιο ποσό από τις αγορές θα έχω υπερδιπλάσιο κόστος (επιτοκιακό).
Ναι πράγματι, αλλά το πραγματικό «κόστος» του δανείου δεν είναι μόνο χρηματοοικονομικό. Έχει επίσης πολύ βαρύτερο πολιτικό κόστος, αφού το δάνειο ως μνημονιακή δανειακή «βοήθεια» συνοδεύεται από μηχανισμούς εποπτείας, ενισχυμένη παρακολούθηση από τους περιβόητους «θεσμούς» και ασφαλώς περιορισμούς διαπραγματευτικής ελευθερίας σε επίπεδο δημοσιονομικής πολιτικής. Με απλά λόγια η απαλλαγή από αυτά τα «μνημονιακά» φθηνά δάνεια έχει επιπλέον κόστος που δεν αποτυπώνεται στο επιτόκιο.
Και βέβαια η σταδιακή απομείωσή τους συνοδεύεται από την βελτίωση του debt profile που λαμβάνουν υπόψη οι Οίκοι Αξιολόγησης και οι αγορές. Αυτά είναι πραγματικά οφέλη που δεν συμπεριλαμβάνονται στο ύψος του επιτοκίου και αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία όταν έχουν ως αποτέλεσμα να απομακρύνουν το ελληνικό δημόσιο χρέος από τον πρώτο κύκλο του στόχαστρου των αγορών αφήνοντας εκεί την Ιταλία και ίσως σε λίγο την Γαλλία…
Το πρόβλημα της πρόωρης αποπληρωμής με αυτά τα δεδομένα δεν είναι η αποπληρωμή «καθ’ αυτή».
Αλλού θα πρέπει να αναζητήσει κανείς τα πιθανά ερωτηματικά. Και είναι ερωτηματικά που δεν πηγάζουν από την ακολουθούμενη «στρατηγική» απομείωσης του χρέους, αλλά από την ανατροπή των συνθηκών, την έκτακτη και αβέβαιη κατάσταση στην οποία η πρόωρη αποπληρωμή θα πρέπει ή όχι να συνεχιστεί, σε συνάρτηση με τις νέες υπάρχουσες συνθήκες.
Και εδώ υπάρχουν τρία στοιχεία που θα πρέπει ίσως να ξανασκεφτεί κανείς.
Πρώτον. Η προβλεπόμενη εξάντληση του cash buffer των 15,7 δις ευρώ σε συνθήκες ραγδαία αυξανόμενης διεθνούς αβεβαιότητας θέτει ένα ερωτηματικό. Το buffer αυτό δημιουργήθηκε (με το τρίτο δάνειο) ακριβώς για να χρησιμοποιηθεί σε συνθήκες κρίση «αν χρειασθεί…».
Το δεύτερον στοιχείο είναι ότι ο ρυθμός αποπληρωμής φαίνεται να ξεπερνά αυτό που δικαιολογούν τα πλεονάσματα, ειδικά τώρα που οι ρυθμοί ανάπτυξης και δημοσιονομικών στόχων αναθεωρούνται προς τα κάτω τόσο από την ΤτΕ, όσο και από την Κομισιόν. Όταν πρέπει να αντλείς από repos και cash buffer για να πληρώσεις, δεν αποπληρώνεις με «πλεόνασμα», αλλά με δανεικά από την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Κεφάλαια τα οποία στις νέες συνθήκες είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς και πότε θα χρειαστούν.
Τέλος το τρίτο στοιχείο έχει αν κάνει με το γεγονός ότι η στόχευση αυτή της απομείωσης του χρέους γίνεται πλέον σε μία κατά τα φαινόμενα επερχόμενη αναταραχή στον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό τομέα εξ αιτίας των «ρωγμών» που ήδη εμφανίζονται στο «private credit» και τις αγορές ομολόγων με τα spreads να δείχνουν ιδιαίτερα «ευάλωτα». Με άλλα λόγια σε συνθήκες με υψηλή αβεβαιότητα η οποία απαιτεί διαρκή αναπροσαρμογή της στρατηγικής διαχείρισης κινδύνου. Ιδιαίτερα οσο αφορά την εξασφάλιση επαρκούς ρευστότητας σε όλα τα επίπεδα, τόσο του δημόσιου όσο και – πολύ περισσότερο – του ιδιωτικού τομέα.
Κατά συνέπεια αυτό που μπορεί να πει κανείς είναι πως «ναι, η πρόωρη αποπληρωμή εφ’ όσον μπορούσες έπρεπε να ξεκινήσει».
Αλλά οι συνθήκες έχουν αλλάξει και απειλούν να γίνουν πολύ πιο επικίνδυνες. Και σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να ξαναδεί κανείς, όπως είχαμε επισημάνει σε παλιότερο σημείωμα «αν προλαβαίνει να πετύχει τον στόχο – ή «πόσο» από αυτόν μπορεί να πετύχει – πριν η στρατηγική σκοντάψει απότομα στις αλλαγμένες συνθήκες…». Ακόμα και έτσι όμως ο ΟΔΔΗΧ – ανεξαρτήτως κυβερνήσεων – έχει δείξει μέχρι σήμερα ότι είναι πάντα κάμποσα «βήματα» μπροστά από όσο ίσως μπορούμε εμείς να αντιληφθούμε… Οπότε ας περιμένουμε.
