Στην Φρανκφούρτη κάποια στελέχη της ΕΚΤ τα τελευταία 24ωρα, ακούγονται να λένε, πως «αυτή την φορά» δεν θα την… πατήσουν όπως το 2021 μετά την πανδημία. Τότε η ΕΚΤ (όπως και η Fed) παραγνώρισε και υποτίμησε την «σημαδιακή» άνοδο των τιμών που άρχισε λίγο πριν το καλοκαίρι του 2021 για να κορυφωθεί η πληθωριστική πίεση σε χρόνο ελάχιστων μηνών. Με αποτέλεσμα τότε να υποχρεωθεί η ΕΚΤ στην συνέχεια άρον – άρον να αυξήσει τα επιτόκια για να ανακόψει το πληθωριστικό τσουνάμι, καθώς ήρθε και δεύτερο πληθωριστικό κύμα με την έκρηξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Σήμερα όλα συντείνουν πλέον στην ίδια κατεύθυνση.
Η ενεργειακή κρίση αντιμετωπίζει, πέρα από την επέκταση του πολέμου στον Κόλπο, ένα δεύτερο «συμβάν» ανάλογο των στενών του Ορμούζ, στην είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας, στο Μπάμπ ελ Μαντέμπ. Κατά πως φαίνεται με την είσοδο των Χούτι στον πόλεμο στο πλευρό του Ιράν απειλείται με κλείσιμο και η εναλλακτική ροή με τον περίπλου της Αραβικής Χερσονήσου και την διέξοδο από το Σουέζ προς την Μεσόγειο.
Με την «επέκταση» αυτή δεν είναι ότι απλά αποσταθεροποιείται και άλλη μία ενεργειακά ευαίσθητη περιοχή, αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο: αντιστρέφεται η αρχική προσδοκία των αγορών για επικείμενη, έστω και αόρατη μέχρι στιγμής, δυνατότητα να σταματήσει «κάπως» ο πόλεμος.
Ο πόλεμος δεν φαίνεται πλέον να διαθέτει προοπτικές τέλους, παρά μόνο αν αποχωρήσουν από την περιοχή οι ΗΠΑ και το Ισραήλ (!).
Με αυτά τα «δεδομένα» οι αγορές αρχίζουν να «βλέπουν» την επόμενη ημέρα διαφορετικά. Το πετρέλαιο έτσι συνεχίζει να κινείται ανοδικά, το δολάριο ακολουθεί και μαζί τους έρχεται ο πληθωρισμός καθώς η ενεργειακές υποδομές επηρεάζουν πλέον τις τιμές σταθερά ανοδικά σε όλα τα επίπεδα, ειδικά στις χώρες της Ευρώπης. Και το ευρώ δεν φαίνεται ικανό να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις διολισθαίνοντας έναντι του δολαρίου συνεχώς.
Όταν αυτό συμβαίνει και γίνεται αποδεκτό σαν βασικό περιβάλλον, οι συνέπειες συγκεντρώνονται σε ένα σημείο: προσδοκίες αύξησης του κόστους του χρήματος.
Και σ’ αυτή την προοπτική αρχίζουν να προσαρμόζονται οι ροές επενδυτικών κεφαλαίων. Σε αυτή την βάση πλέον το ερώτημα αλλάζει και τα στοιχήματα μπαίνουν σε άλλο επίπεδο.
Το ερώτημα πλέον είναι αν οι Κεντρικές Τράπεζες θα αξιολογήσουν σαν μεγαλύτερο κίνδυνο τον πληθωρισμό και θα ανεβάσουν αμέσως τα επιτόκια ή θα αξιολογήσουν σαν μεγαλύτερο κίνδυνο την κάμψη της οικονομίας και την ύφεση και θα επιχειρήσουν ένα μείγμα πολιτικής που θα δείξει μεγαλύτερη ανοχή στον πληθωρισμό και μεγαλύτερη ελαστικότητα στην χρηματοδότηση της οικονομίας. Αυτό είναι και το μεγάλο δίλλημα της ΕΚΤ παρά τα όσα λέγονται στο μεταξύ και γράφονται…
Αυτό το ερώτημα ή αλλιώς δίλλημα, στο οποίο οι κεντρικές τράπεζες μπορεί και να αντιδράσουν διαφορετικά και όχι συντονισμένα πλέον, θα καθορίσει τα πεδία όπου οι «πληγές» της υπερχρέωσης και υπερμόχλευσης του πρόσφατου παρελθόντος θα μπορούσαν να αναδειχθούν σαν αιτίες νέας κρίσης.
Και τέτοιες περιοχές είναι πολλές τόσο στο δημόσιο χρέος όσο και στο ιδιωτικό.
Ειδικά στο ιδιωτικό χρέος και στους μηχανισμούς ιδιωτικής χρηματοδότησης πέραν του τραπεζικού συστήματος, που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια, αυτούς της σκιώδους χρηματοπιστωτικής αγοράς (private credit funds), οι κίνδυνοι έχουν αρχίσει να αναδεικνύονται απότομα.
Τα προβλήματα κάλυψης κεφαλαίων και εγγυήσεων, είναι σχεδόν καθημερινά καθώς κάθε αλλαγή στο κόστος δανεισμού ανατρέπει τις εγγυήσεις χρηματοδότησης και κάλυψης των κεφαλαίων τους.
Οι «αφανείς» κρίκοι που συνδέουν την αξιοπιστία αυτής της αγοράς με το επίσημο τραπεζικό σύστημα από το οποίο έχουν δανεισθεί, όπως επίσης και με το ασφαλιστικό σύστημα το οποίο έχει επενδύσει σ’ αυτά, είναι μερικά από τα σημεία αυτής της αβεβαιότητας για το τι θα μπορούσε να εμφανισθεί μέσα στο 2026, σαν μία νέα κρίση Subprime (2008), ή Bear Sterns (2007)…
