Μέχρι στιγμής οι αναλυτές της πορείας των τιμών των μετοχών στο ελληνικό ΧΑ έχουν αποφύγει – από όσο έχει πέσει στην αντίληψή μας – μία ενδελεχή ανάλυση της σχέσης της πορείας του ΧΑ με την οριοθετημένη (χρονικά και ποσοτικά) πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης. Πολύ δε περισσότερο με την πορεία της παραγωγής εισοδήματος στην εγχώρια οικονομία σε σχέση με τα δύο αυτά μεγέθη.
Η ανάγκη να προσέξει κανείς αυτή την σχέση δεν αφορά την «περιέργεια», αλλά το βασικό ζήτημα που εξετάζει κανείς στο Χρηματιστήριο, αυτό που αποκαλούμε «επενδυτικό κίνδυνο».
Ποιος είναι ο σημαντικότερος επενδυτικός κίνδυνος για το ελληνικό ΧΑ σήμερα και όχι… χθες.
Όπως κάθε «παίκτης» στο χρηματιστήριο γνωρίζει, κάθε αγορά έχει μια «ταυτότητα ρίσκου», αυτό δηλαδή που καθορίζει τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο θα αντιδράσει σε ένα σοκ, είτε εξωτερικό είτε εσωτερικό.
Στην περίπτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών, αυτή η «ταυτότητα» διαμορφώνεται από μια συγκεκριμένη ασυμμετρία. Η κεφαλαιοποίηση του ΧΑ φτάνει ήδη τα 187 δισ. ευρώ, αλλά το αποκαλούμενο μέσο αντιληπτό ετήσιο εισόδημα, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία στην οικονομία μέσα στην οποία λειτουργεί το ΧΑ, παραμένει καθηλωμένο στα 17.000 – 18.000 ευρώ.
Η άνοδος στο ΧΑ προέρχεται από ξένα κεφάλαια που κατέχουν πάνω από τα δύο τρίτα της αγοράς και πάνω από το 75% των εγχώριων τραπεζών. Οι εισηγμένες εταιρείες δεν είναι παρά κατ’ ελάχιστο εξαγωγικές. Αντλούν τα έσοδά τους σε πολύ πολύ μεγάλο βαθμό από μια εσωτερική ζήτηση που λόγω της εξέλιξης των πραγματικών εισοδημάτων δεν μεγαλώνει. Αυτό σημαίνει πως η αποτίμηση του ΧΑ δεν εκφράζει παραγωγική δύναμη, αλλά χρηματιστηριακή προσδοκία. Και η προσδοκία, από τη φύση της, ως γνωστόν είναι αναστρέψιμη. Αυτά σε γενικές γραμμές.
Ας δούμε όμως τώρα το κρίσιμο σημείο για το οποίο κάνουμε αυτή την συζήτηση σήμερα.
Αυτή η εικόνα της οικονομίας που περιγράψαμε με το ΧΑ σαν ουσιαστικό χαρακτηριστικό της, διασταυρώνεται με ένα σημείο ποιοτικής και ποσοτικής αλλαγής γι’ αυτό που περιγράψαμε ως «ταυτότητα ρίσκου».
Ποιο είναι το σημείο αυτό; Είναι το χρονικό σημείο που ο βασικός «εξωτερικός» χρηματοδοτικός παράγοντας της οικονομίας πλησιάζει το «σημείο μηδέν» του Ταμείου Ανάκαμψης. Ο Αύγουστος του 2026 είναι η καταληκτική ημερομηνία ολοκλήρωσης όλων των οροσήμων και στόχων του «Ελλάδα 2.0». Μετά την ημερομηνία αυτή, καμία ενέργεια δεν αξιολογείται θετικά και καμία τροποποίηση σχεδίου δεν εγκρίνεται. Το τελευταίο αίτημα πληρωμής υποβάλλεται έως τις 30 Σεπτεμβρίου, και οι εκταμιεύσεις της Κομισιόν σταματούν οριστικά στις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Με άλλα λόγια ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός επενδυτικός μηχανισμός των τελευταίων ετών, αυτός που τροφοδότησε κατασκευές, ενέργεια και ψηφιακές υποδομές, ήτοι ακριβώς τους κλάδους που στηρίζουν το ράλι και την κεφαλαιοποίηση του ΧΑ, «κλείνει» μέσα στο 2026.
Μέχρι σήμερα, η «ασυμβατότητα» ανάμεσα στην εξέλιξη των τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο και στην χαμηλή διαμόρφωση των εγχώριων εισοδημάτων καλυπτόταν, εν μέρει, από τη σταθερή ροή κοινοτικής ρευστότητας (Ταμείο Ανάκαμψης αλλά και ΕΣΠΑ), που έδινε την ψευδαίσθηση μιας οικονομίας σε κίνηση ακόμη κι όταν η πραγματική κατανάλωση έμενε… στάσιμη.
Στο σημείο «μηδέν» του Ταμείου, αφαιρείται ακριβώς αυτός ο μηχανισμός «απόσβεσης» αυτής της αντίφασης.
Η αγορά μένει εκτεθειμένη σε δύο ταυτόχρονες αδυναμίες που μέχρι τώρα αλληλοκαλύπτονταν, αφενός την αδυναμία της εσωτερικής ζήτησης λόγω της χαμηλής σύνθεσης των πραγματικών εισοδημάτων και, αφετέρου, την απουσία «δημόσιας/ευρωπαϊκής» ρευστότητας ικανής να συγκρατήσει την οικονομία σε περίπτωση κλυδωνισμού, ή κάποιου εξωτερικού βίαιου σόκ.
Βέβαια ο επικεφαλής της Τράπεζας της Ελλάδας κ. Στουρνάρας πολύ πρόσφατα λίγο πολύ υποστήριξε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε γι’ αυτό και ανέφερε του λόγους του. Σίγουρα δεν μιλάει στον… αέρα. Είναι όμως επίσης γεγονός ότι ο επικεφαλής της ΤτΕ δεν πρέπει να διαχέει την ανησυχία σε δύσκολες περιόδους.
Ίσα – ίσα, όπως αναφέρει και μία φράση που αποδίδεται στον Γκρίνσπαν από την δεκαετία του ’80, ο επικεφαλής της κεντρικής τράπεζας οφείλει να λέει ψέματα όταν η κατάσταση είναι πολύ άσχημη, για να μη πολλαπλασιάζει την αναταραχή…
Σε κάθε περίπτωση όμως αυτή είναι η πραγματική «ταυτότητα» του ρίσκου στο ελληνικό χρηματιστήριο αλλά και στην οικονομία συνολικά κατά συνέπεια.
Είναι μια αγορά που ανεβαίνει με κεφάλαια που έρχονται απ’ έξω και λειτουργούν σε μια οικονομία που δεν παράγει αντίστοιχη εσωτερική κεφαλαιακή δυναμική. Και «τώρα» όχι χθες, χάνει το τελευταίο δίχτυ ασφαλείας που τη διαχώριζε από μια αγορά εντελώς εκτεθειμένη σε κάθε ισχυρό ή όχι, επεισόδιο διεθνούς αναταραχής. Ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει εδώ, οι ξένοι θεσμικοί δεν θα έχουν πια, ούτε το αφήγημα της ανάκαμψης (σχεδόν το 50% του ρυθμού ανάπτυξης της εγχώριας οικονομίας οφείλεται στις χρηματοδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης), ούτε την διασφάλιση της ροής κοινοτικών κονδυλίων ως λόγο παραμονής και προσδοκιών… Και ασφαλώς η διασφάλιση πρωτογενών πλεονασμάτων χωρίς Ταμείο Ανάκαμψης και με αυξημένες εξοπλιστικές δαπάνες (ΝΑΤΟ) δεν είναι κάτι στο οποίο φαίνεται ρεαλιστικό για να ποντάρει πλέον η αγορά. Η «ρευστοποίηση» σαν αντίδραση, είτε σε εξωτερικές αιτίες, είτε σε εσωτερικές (και οι εκλογές συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτές), θα είναι η λογική συνέπεια μιας αγοράς που μετά το «σημείο μηδέν», στέκεται σε θεμέλια πολύ πιο αδύναμα από όσο δείχνει σήμερα ο αρκετά «φουσκωμένος» δείκτης του ΧΑ.
* Τα Οικονοκλαστικά ενημερώνουν τους αναγνώστες μας οτι λόγω διακοπών θα ανανεώνονται κάθε δεύτερη ημέρα (Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή) και δεν θα διακόψουν την δημοσίευσή τους, όπως άλλωστε και το 2025.
