Site icon NewsIT
11:40 Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Το τρίγωνο των κινδύνων, που έχει δρομολογήσει ο πόλεμος στον Κόλπο, η ΑΙ και η «ιδιωτική πίστωση»

Μέλη του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) σε άσκηση στο νότιο Ιράν / West Asia News Agency / Handout via REUTERS

Γιάννης Αγγέλης

Αναμφίβολα, οι ομοβροντίες των πολεμικών εξελίξεων στην ευρύτερη περιοχή του Κόλπου και η ραγδαία επέκταση των συνεπειών τους προς κάθε κατεύθυνση, «αγκιστρώνουν» την προσοχή της κοινής γνώμης σε τέτοιο βαθμό, που «ο κοινός νους» δυσκολεύεται να τοποθετήσει τα γεγονότα στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο.

Και να δει έτσι τις πραγματικές τους διαστάσεις. Και συνέπειες. Πιθανώς άμεσες συνέπειες στο σύνολο. 

Τα Οικονοκλαστικά, σε μία προσπάθεια να… ξεφύγει ο νους από τους περιορισμούς αυτής της πρώτης άμεσης εικόνας των εντυπώσεων, θέλουν να επισημάνουν το γεγονός, ότι αυτή την χρονική στιγμή πίσω από τον ορυμαγδό των γεωπολιτικών εκρήξεων, τρεις ξεχωριστές «δυνάμεις», μία δομική, η άλλη γεωπολιτική, και η τρίτη θεσμική, εμπλέκονται και συγκλίνουν σε ένα σημείο, που κανείς από τους εμπλεκόμενους στην κρίση αυτή, δεν έχει σχεδιάσει να αντιμετωπίσει.

Το γεγονός ότι αυτή η συνολική κρίση δεν έχει αποκτήσει ένα ευδιάκριτο περίγραμμα -ακόμα- και προς το παρόν συνεχίζει να εντυπωσιάζει άσχημα με τις επιμέρους πλευρές της, δεν αλλάζει το ότι είναι ήδη παρούσα…

Η πρώτη «συνιστώσα» αυτής της κρίσης είναι γνωστή σε όσους παρακολουθούν τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Είναι η αγορά της «ιδιωτικής πίστωσης», δηλαδή ενός συνόλου Funds, επενδυτικών οχημάτων (SPV) και γενικά μη-τραπεζικών δανειστών, που σήμερα ξεπερνά σε όγκο τα 3 τρισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Αυτή για την οποία η BIS, η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, προειδοποιούν ότι παρουσιάζει ήδη ισχυρά σημάδια αστάθειας και αβεβαιότητας με σποραδικά ευδιάκριτα σημάδια προβλημάτων ρευστότητας. (Τα ακόλουθα στοιχεία έχουν συγκεντρωθεί με την βοήθεια μοντέλων LLM της ΑΙ από τα δημοσιεύματα των διεθνών οικονομικών ΜΜΕ το 2025 και 2026).

Από το φθινόπωρο του 2025, όταν δύο αμερικανικές εταιρείες του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας κατέρρευσαν με κατηγορίες απάτης, τα αιτήματα αποχώρησης επενδυτών από τέτοια επι μέρους ιδιωτικά ταμεία έχουν εκτοξευθεί. Σύμφωνα με το Bloomberg το Δ τρίμηνο του 2025 τριπλασιάστηκαν σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η Blue Owl αρνήθηκε εντελώς τη δυνατότητα τριμηνιαίων εξαγορών σε Fund της για πρώτη φορά στην ιστορία της. Τον Μάρτιο 2026, η Blackstone ανακοίνωσε ρεκόρ αναλήψεων ύψους 3,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με καθαρές εκροές 1,7 δισεκατομμυρίων από το μεγαλύτερο Fund ιδιωτικής πίστωσης στον κόσμο. Κάτω από την επιφάνεια, ο μέσος δείκτης κάλυψης τόκων των δανειοληπτών έχει υποχωρήσει από 3,2x το 2021 σε 1,5x σήμερα, ενώ το 40% αυτών εμφανίζει αρνητικές ταμειακές ροές. Στο παιχνίδι αυτών των «επεισοδίων» σύμφωνα με τελευταία δημοσιεύματα (την περασμένη Παρασκευή) μπήκε και ο παγκόσμιος κολοσσός της BlackRock…

Σε αυτή την ήδη επισφαλή κατάσταση έρχεται να προστεθεί ενας κεντρικής σημασίας παράγοντας που είναι γνωστό ότι ανησυχεί τις αγορές τους τελευταίους μήνες και έχει επισημανθεί τουλάχιστον δύο φορές από τα Οικονοκλαστικά, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση της DeepSeek στα τέλη του 2024. Αναφερόμαστε στην αμφισβήτηση της «απόδοσης» των τεράστιων κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί και συνεχίζουn να επενδύονται στην ΑΙ. Τα Funds «ιδιωτικής πίστωσης» είχαν στραφεί μαζικά στον κλάδο του «enterprise software» ως προνομιακό πεδίο δανεισμού από το 2020, καθώς οι εταιρείες του πεδίου αυτού αξιολογούνταν με βάση τις προσδοκίες ραγδαίας ανάπτυξης, σε ένα περιβάλλον ψηφιακών υπηρεσιών, που όμως τώρα «απειλείται» από τα ίδια τα εργαλεία που αναπτύσσει η ΑΙ. Με πρώτο σχετικό συμβάν την περίπτωση της DeepSeek, τα μοντέλα ΑΙ επιτρέπουν στις εταιρείες να αναπτύσσουν λογισμικό εσωτερικά με κλάσμα του παλιού υψηλού κόστους. Αποτέλεσμα είναι ότι τα έσοδα και τα περιθώρια κέρδους των δανειοληπτών συμπιέζονται και κατά συνέπεια μαζί τους και η αξία των εξασφαλίσεων που «στηρίζουν» αυτά τα δάνεια. Να μη ξεχνάμε ότι ο  Φεβρουάριος (2026) ήταν ο μήνας ο οποίος σφραγίστηκε κυριολεκτικά από αυτό που οι αναλυτές του χώρου ονόμασαν «SaaS apocalypse». Δηλαδή κατακόρυφη πτώση μετοχών εταιρειών με μεγάλη έκθεση στην «ιδιωτική πίστωση», ακριβώς λόγω των ανησυχιών για τον αντίκτυπο της ΑΙ στους δανειολήπτες τους…

Με άλλα λόγια σ’ αυτή την πρώτη συνιστώσα της κρίσης η εικόνα «δείχνει» έναν ελέφαντα, αυτόν της «ιδιωτικής πίστωσης» ο οποίος εσωτερικά «τρώγεται» από τον παράγοντα εκείνο, που αρχικά του επέτρεψε να γίνει… ελέφαντας.

Εδώ πρέπει να επισημάνει κανείς ότι η «ιδιωτική πίστωση» παρά τον όγκο της παραμένει ένας δευτερεύον παράγοντας από πλευράς μεγέθους, όντας ένα «κλάσμα» της συνολικής εταιρικής πίστωσης. Επίσης προς το παρόν, τα μεγαλύτερα Funds έχουν, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ανταποκριθεί στα αιτήματα «ανάληψης». Όμως υποστηρίζουν (στα ΜΜΕ) κάποιοι αναλυτές, η αδιαφάνεια που επικρατεί σ’ αυτά (και σωστά επικρίνεται), είναι αυτή που κρύβει το αν κίνδυνος είναι τόσο άμεσος ή όχι. Βέβαια υπό «κανονικές συνθήκες», αυτό το επιχείρημα έχει σημασία, αλλά θα μπορούσε να είναι και διαχειρίσιμος ο κίνδυνος. Το πρόβλημα όμως είναι ότι οι συνθήκες που διαμορφώνονται δεν είναι πλέον… κανονικές.

Και ερχόμαστε στην δεύτερη συνιστώσα της κρίσης, αυτή που αλλάζει τη φύση του κινδύνου.

Ήτοι τον πόλεμο στον Κόλπο και το συνακόλουθο νέο ενεργειακό σοκ, κάτι λιγότερο από τέσσερα χρόνια μετά από το προηγούμενο που ξέσπασε με την πόλεμο στην Ουκρανία.

Πρόκειται ασφαλώς για ένα σόκ που οι αγορές δεν έχουν τιμολογήσει ακόμα και για το οποίο το σύστημα της «ιδιωτικής πίστωσης» είναι από την φύση του και «δομικά» απροετοίμαστο.

Καθοριστικό στοιχείο εδώ είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των δανείων που κατέχουν αυτά τα Funds που δουλεύουν στην «ιδιωτική πίστωση» είναι κυμαινόμενου επιτοκίου.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε μεταβολή και πολύ περισσότερο, αύξηση επιτοκίων από κεντρική τράπεζα (ή την αγορά) που αντιδρά στον επερχόμενο πληθωρισμό, μεταφράζεται άμεσα σε μεταβολή κόστους εξυπηρέτησης χρέους για δανειολήπτες που ήδη αδυνατούν να ανταπεξέλθουν. Εταιρείες που σήμερα βρίσκονται κυριολεκτικά στα «όρια» περνούν μαζικά σε «αθέτηση υποχρεώσεων». Τα Funds αναγκάζονται να αναγνωρίσουν ζημίες (ήδη η Blackrock, σύμφωνα με το Bloomberg μηδένισε δάνειο, που μέχρι 3 μήνες πριν υπολόγιζε με 100 cent στο δολάριο), που οι αδιαφανείς μηχανισμοί αποτίμησής τους έχουν αποκρύψει. Μπορεί αυτή η προβληματική κατάσταση να πάρει διαστάσεις και από «ελεγχόμενη αποκλιμάκωση» να εξελιχθεί σε «αλυσιδωτή αντίδραση»; Μια ματιά στην εμπειρία τόσο της δεκαετίας του ’70, όσο και του 2007 – 2008, ίσως δίνει κάποιες απαντήσεις.

Και εδώ πλέον έρχεται η τρίτη συνιστώσα της κρίσης. Ίσως η πλέον παράδοξη… Οι κεντρικές τράπεζες, ο συνήθης από μηχανής θεός,  βρίσκονται παγιδευμένες σε ένα δίλημμα χωρίς σαφή διέξοδο.

Το κλασικό εργαλείο αντιμετώπισης του πληθωρισμού, δηλαδή η αύξηση των επιτοκίων, αν χρησιμοποιηθεί, είναι ακριβώς αυτό που θα επιδεινώσει ταχύτατα την κατάρρευση του τομέα της «ιδιωτικής πίστωσης», παράλληλα και σε συνάρτηση με τις πιέσεις σε μία ήδη ασθμαίνουσα οικονομική «ανάπτυξη». Και το αντίθετο, το πάγωμα ή μείωση επιτοκίων, για να στηριχθεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η οικονομική δραστηριότητα, «σηματοδοτεί» για τις αγορές  ανοχή στον πληθωρισμό και απελευθερώνει περαιτέρω τις πληθωριστικές προσδοκίες και πιέσεις με άμεσες συνέπειες στις τιμολογήσεις των χρηματαγορών.

Αυτό βέβαια καταστρέφει κάθε εμπιστοσύνη για τις Κεντρικές Τράπεζες τους «θεματοφύλακες» της σταθερότητας των τιμών. Οι οικονομολόγοι ονομάζουν αυτή την επιλογή «financial dominance», όταν δηλαδή η ανάγκη να σωθεί το σύστημα υπερτερεί του πληθωριστικού στόχου.

Και στην περίπτωση αυτή η δεκαετία του ‘70 είναι ένας οδηγός για το τι ακολουθεί, όπως άλλωστε και η πρώτη φάση μετά την πανδημία. Και πέραν των άλλων, στέλνει για …περίπατο την περιβόητη αξιοπιστία της λεγόμενης «ανεξαρτησίας» των κεντρικών τραπεζών από την πολιτική.

Στην πράξη θα μπορούσε να προβλέψει κανείς ότι οι Κεντρικοί Τραπεζίτες θα αντιδράσουν με την λεγόμενη «ασύμμετρη στρατηγική». Το έχουν ξαναδοκιμάσει με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία, όταν χρησιμοποίησαν «σκληρή ρητορική» απέναντι στον πληθωρισμό, αλλά σιωπηρά συνδυασμένη με έκτακτες γραμμές ρευστότητας προς τα επικίνδυνα σημεία του τραπεζικού συστήματος και σιωπηρή ανοχή και «ευελιξία» στους κανόνες αποτίμησης. Αλλά όλα αυτά έχουν να κάνουν με την προσπάθεια να κερδίσουν χρόνο, όχι για να λύσουν το πρόβλημα…

Για την ΕΚΤ ειδικότερα, η κατάσταση, όπως έχουμε επισημάνει πρόσφατα, είναι ακόμα πιο δύσκολη, καθώς διαχειρίζεται δεκαεννέα οικονομίες με ανόμοια δημοσιονομικά «μαξιλάρια» και δυνατότητες. Κάθε αύξηση επιτοκίων θα «πληγώσει» δυσανάλογα τις πιο χρεωμένες οικονομίες, ανοίγοντας μέτωπα πίεσης και κατακερματισμού της αγοράς στα κρατικά ομόλογα, αλλά και τα επιχειρηματικά ομόλογα. Ήδη ο κίνδυνος αυτός έχει ξανατοποθετήσει τα ελληνικά ομόλογα (δεκαετές) στην κορυφή της λίστας πάνω και από τα ιταλικά… Ένα «κατακερματισμό» που η ίδια η ΕΚΤ έχει ζήσει στο παρελθόν και φοβάται, κατά δήλωση της Λαγκάρντ, περισσότερο από κάθε τι άλλο.

Αυτό που διαμορφώνεται κατά συνέπεια στον ορίζοντα, πίσω από τις φλόγες του πολέμου στον Κόλπο, ο συνδυασμός της δομικής αστάθειας και ευπάθειας, της  «διάβρωσης» της αξιοπιστίας και της αξίας των δανειοληπτών από την ΑΙ, του γεωπολιτικού σοκ και της θεσμικής αμηχανίας (παράλυση την αποκαλούν ορισμένοι αναλυτές) δημιουργεί έναν βρόχο αλληλοτροφοδότησης για τον οποίο δεν υπάρχει κανένα βιβλίο/εγχειρίδιο έτοιμων απαντήσεων και… λύσεων.

Η αδυναμία της «ιδιωτικής πίστωσης» επιδεινώνεται από τον πληθωρισμό. Ο πληθωρισμός αποδυναμώνει και εν μέρη αχρηστεύει τα εργαλεία αντιμετώπισης και η αποδυνάμωση της αντίδρασης των κεντρικών τραπεζών, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη που συγκρατεί το σύστημα. Το ερώτημα κατά συνέπεια δεν είναι αν αυτός ο βρόχος θα ενεργοποιηθεί. Είναι αν θα υπάρξει (και από που) ο «καταλύτης» που θα τον θέσει σε κίνηση…

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version