Site icon NewsIT

Αλέξανδρος Βέλιος: Οι τελευταίες δραματικές στιγμές – “Αυτοκτονία, όχι ευθανασία” [vids]

07.09.2016 | 15:55
Φωτογραφία protagon.gr

Φωτογραφία protagon.gr

Η αγωνία του τέλους που είχε επιλέξει. Οι άνθρωποι που του στάθηκαν κι εκείνοι που του γύρισαν την πλάτη στην πιο κρίσιμη στιγμή. Ο Αλέξανδρος Βέλιος έφυγε από τη ζωή την περασμένη Κυριακή στο σπίτι του στο Γέρακα. Λίγα 24ωρα μετά έρχονται στο φως οι συγκλονιστικές τελευταίες του στιγμές.

Τις περιγράφει ο Δημήτρης Αλικάκος στο protagon.gr. Πώς το σχέδιο για την «υποβοηθούμενη ευθανασία» σε ειδικό κέντρο της Ελβετίας δεν προχώρησε, την εισαγωγή σε νοσοκομείο, την αλλαγή γνώμης ενός γιατρού που είχε υποσχεθεί να τον βοηθήσει και πώς τελικά έφυγε από τη ζωή ντυμένος στα λευκά και με το cd player να παίζει το αγαπημένο του τραγούδι, του συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου:

Άνοιξε, άνοιξε,
γιατί δεν αντέχω,
φτάνει πια, φτάνει πια
να με τυραννάς.

«Το απόγευμα της 29ης Αυγούστου μου τηλεφώνησε για να μου πει πότε είναι η κηδεία του. “Την Τετάρτη είναι η κηδεία μου”. “Έχεις καταλάβει τι μου λες;” του είπα σοκαρισμένος. Έβαλε τα γέλια. Ναι ρε φίλε, τα γέλια. Στις 31 μού ζήτησε να το γράψω σε μια κάμερα. “Γράψτο γιατί κανείς δεν θα σε πιστέψει. Άσε που θέλω και κόσμο στην κηδεία μου και έχει άλλη βαρύτητα να τους καλέσω εγώ”. Πάλι γέλια», γράφει ο Δημήτρης Αλικάκος. Και πραγματικά, η αναγγελία της κηδείας από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Βέλιο καταγράφηκε σε ένα video λίγων δευτερολέπτων.

Η κηδεία του, όμως, έγινε την Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου. Μια μέρα πριν από τον προγραμματισμό του. Τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα είχε εξ αρχής προγραμματίσει. Το σχέδιο για «υποβοηθούμενη ευθανασία» σε ειδικό κέντρο στην Ελβετία δεν προχώρησε. «Λόγοι οικονομικοί, αλλά και άλλοι που δεν έχει νόημα να αναφερθούν», γράφει ο Αλικάκος.

Όταν σε μια συνάντησή τους, τον ρώτησε τι θα έκανε, η απάντηση του Αλέξανδρου Βέλιου ήταν «είμαι τυχερός, με βρήκε ένας γιατρός. Αυτός προσφέρθηκε να κάνει τη “δουλειά”». Μέχρι τα μέσα Αυγούστου αισθανόταν καλά. Ο όγκος μεγάλωνε αλλά δεν είχε επηρεάσει τις δυνάμεις του. «Στις 30 του μηνός (σ.σ. Αυγούστου) γιορτάζω, θέλω να αποχαιρετήσω τους φίλους μου. Στις 31 θα μπω νοσοκομείο, και στις 4 Σεπτεμβρίου θα κλείσω το μάτι στο γιατρό. Όρμα!», είχε πει σε μια συζήτησή του με τον Δημήτρη Αλικάκο.

Όσο πλησίαζε το τέλος Αυγούστου, υπέφερε. Ο ύπνος ήταν λίγος και βασανιστικός. Στις 31 Αυγούστου (μια μέρα μετά τη γιορτή του όταν στα μηνύματα ζητούσε να του εύχονται “καλά στέφανα”) μπήκε στο νοσοκομείο. Αργά το βράδυ, τηλεφώνησε στον Αλικάκο. Του είπε πως ο γιατρός που είχε αναλάβει να τον βοηθήσει με την ευθανασία, έδειχνε φοβισμένος.

Την 1η Σεπτεμβρίου, η διαίσθησή του επιβεβαιώθηκε. Ο γιατρός το ξανασκέφτηκε και έτσι ο Αλέξανδρος Βέλιος αποφάσισε να πάρει εξιτήριο το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου και την επόμενη μέρα να τελειώσουν όλα.

«Στις 2 του μηνός, είχε πολλές επισκέψεις στο δωμάτιό του. Τρεις γνωστοί του δημοσιογράφοι είχαν ραντεβού μαζί του στις 12 το μεσημέρι. “Έλα πιο νωρίς εσύ». Τον είδα για δέκα λεπτά λίγο μετά τις 11. Μπαίνοντας στο δωμάτιο, έβγαινε ο γιατρός. Δεν με είδε. “Α καλώς τον! Για σένα μιλούσαμε”. “Για μένα; “. Μπήκε στην τουαλέτα για να πλυθεί. Από εκεί τον άκουσα να μου λέει: “Τελικά εσύ θα το κάνεις”. Γέλασα. “Και γιατί να μην το κάνω, αλλά ποιο; “. “Την ένεση”. Σιωπή. “Ξέρεις να κάνεις ένεση; “. Σιωπή. Βγήκε από το λουτρό και με αργές κινήσεις κάθισε σε μια αναπαυτική πολυθρόνα. Εκεί ξεκίνησε ο μονόλογος: “Αύριο παίρνω εξιτήριο. Την Κυριακή θα έρθει ο γιατρός να μου φέρει τη σύριγγα. Θα έρθεις κι εσύ. Δεν χρειάζεται να μου κάνεις ένεση, πλάκα έκανα, θα σου δείξει απλώς πώς να την κουμπώσεις στην “πεταλούδα” που έχω στο στήθος μου. Μετά θα πατήσεις την ένεση. Και φύγε αμέσως. Δικός μου άνθρωπος θα ειδοποιήσει το γιατρό να έρθει για να πιστοποιήσει το θάνατο, και βέβαια το γραφείο τελετών”. Δεν μπορεί, δεν το ζω αυτό, σκέφτηκα. Κατάλαβα αμέσως ότι βρίσκεται σε τεράστιο αδιέξοδο. Άλλαξα κουβέντα. Τον ρώτησα πως αισθάνεται και αν πονάει. Μου είπε πως δεν πονούσε και πως ο χώρος του νοσοκομείου έκανε καλό στην ψυχολογία του. “Καλώς, θα τα πούμε το απόγευμα”».

Στις 21:30 το βράδυ του Σαββάτου ο Αλικάκος βρέθηκε στο σπίτι του Βέλιου. Είχε μαζί του και μια κάμερα. «(…) καθόταν στο γραφείο του. “Έλα να σου δείξω τι θέλω να πω”. Μου διάβασε λίγες γραμμές από ένα χειρόγραφο κείμενο. “Δεν έχει νόημα Αλέξανδρε, τα έχεις πει όλα, επαναλαμβάνεσαι”. “Συμφωνώ, απλώς ήθελα να μου το επιβεβαιώσεις”. Σηκώθηκε, με μεγαλύτερη δυσκολία από κάθε άλλη φορά, και κάθισε απέναντί μου. “Είσαι ένας από τους λίγους ανθρώπους που σε λίγο θα γνωρίζουν τα πάντα. Το τελικό πια σχέδιο. Είναι δικαίωμά σου να παραδεχθείς ότι γνώριζες ή όχι. Αύριο θα πεθάνω. Όχι ακριβώς όπως θα ήθελα, δηλαδή με ευθανασία, αλλά με ΜΗ υποβοηθούμενη ευθανασία. Δηλαδή –για να μην μασάω τα λόγια μου- θα αυτοκτονήσω. Θες να σου διαβάσω την στερνή ανακοίνωσή μου; Άνοιξε την καμερούλα σου”».

«Ο μουχλιασμένος συντηρητισμός –έως σκοταδισμός- θεσμών και αντιλήψεων με αναγκάζει να διαπράξω μόνος την “ευθανασία” μου. Μόνο που αυτό δεν είναι ευθανασία, είναι αυτοκτονία», του είπε αργότερα ο Αλέξανδρος Βέλιος. Καθώς αποχωρίζονταν, περίπου τα μεσάνυχτα «μπροστά από την ανοιχτή πόρτα του ασανσέρ πλησίασε κοντά μου και χαμηλόφωνα μου είπε: “στην κηδεία μου, θέλω να κοιτάξεις στα μάτια τον […] και να του πεις από μένα: “φάνηκες λιοντάρι στην αρχή, και αποδείχθηκες κότα στο τέλος. Ντροπή σου”».

Οι τελευταίες ώρες

Το μεσημέρι της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου, ο Αλέξανδρος Βέλιος έφαγε για τελευταία φορά με την οικογένειά του. Το απόγευμα, η 6χρονη κορούλα του απομακρύνθηκε από το σπίτι. Ο Δημήτρης Αλικάκος περιγράφει τις τελευταίες ώρες της ζωής του ανθρώπου που διεκδίκησε το δικαίωμα στο θάνατο ως εξής: «Αργά το απόγευμα υπήρξε και άλλη εμπλοκή. Η συνταγή (δηλαδή το φάρμακο-φαρμάκι και η δοσολογία του) της «μη υποβοηθούμενης ευθανασίας» που του έδωσε (ποιος;), κάθε άλλο παρά αξιόπιστη ήταν. Τα λόγια του ήταν ακριβώς τα εξής: “Ρώτησα τρεις γιατρούς και μου είπαν ότι κινδυνεύω να βασανιστώ και στο τέλος να καταλήξω στην εντατική, αντί στο νεκροθάλαμο. Είμαι σε απόλυτο αδιέξοδο”. “Μην προχωρήσεις, κάτι μπορεί να πάει στραβά, ξανασκέψου το. Φεύγουμε μαζί για Ελβετία την Τρίτη”, του είπα στο τηλέφωνο. Στη συνέχεια πήρα κι εγώ έναν φίλο γιατρό και, χωρίς να του πω ονόματα και λεπτομέρειες, μου είπε ακριβώς το ίδιο: “Καμία εγγύηση για τέλος ανώδυνο και ειρηνικό”. Κόντευα να τρελαθώ. Ωστόσο, αφού είχε πειστεί για το ανασφαλές της “συνταγής” πίστεψα ότι θα το αναβάλει. Ο Βέλιος ήταν “τετράγωνος”, ήμουν βέβαιος ότι δεν θα έπαιζε στα ζάρια τον εφιάλτη. Λάθεψα.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η “διαδικασία” πρέπει να ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Μόνος. Ούτε σύριγγα υπήρξε του γιατρού, ούτε γιατρός, ούτε βοηθός. Από το πρωί της Κυριακής, τα τηλέφωνα που πίστευε ότι θα ήταν ανοιχτά, ήταν όλα απενεργοποιημένα. Κρατήστε το αυτό. Αλλιώς τα σχεδίασε και αλλιώς του ήρθαν. Το σχέδιο του φόβου, της ανευθυνότητας και της ανηθικότητας κάποιων ανθρώπων ήταν πιο ισχυρό από το δικό του.

Κανείς δεν θα μάθει πόσο ακριβώς κράτησε, πώς ένιωσε, τι συναισθήματα βίωσε εκείνα τα δραματικά τελευταία λεπτά. Μόνο εκ των υστέρων η ευχή και η πίστη να μην βασανίστηκε. Μόνο αυτό απαλύνει τον πόνο των δικών του ανθρώπων. Αυτό και η ελπίδα κάποιοι Άνθρωποι (ή έστω ένας) να αποφάσισαν την τελευταία στιγμή να παίξουν με τη φωτιά, προσφέροντάς του ασφαλή τρόπο και καλό-γαλήνιο θάνατο. Ελπίδα και ευχή ότι έγινε τελικά υποβοηθούμενη ευθανασία με όλη τη σημασία της λέξης –όσο γίνεται σε συνθήκες παρανομίας. Ποτέ, ίσως, δεν θα μάθουμε.

(…) Ήταν 63 ετών.

Χτενισμένος, καθαρός και ντυμένος στα λευκά.
(Το cd player βρέθηκε σε λειτουργία, και μέσα ένα δισκάκι της Φλέρυς Νταντωνάκη με το αγαπημένο του τραγούδι -του συνθέτη Γιάννη Παπαϊωάννου:

Άνοιξε, άνοιξε,
γιατί δεν αντέχω,
φτάνει πια, φτάνει πια
να με τυραννάς)
».

Πηγή: protagon.gr

Ελλάδα Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version