weather-icon °C AΘΗΝΑ

Ο αιματοβαμμένος Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας

Ο αιματοβαμμένος Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας

Ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας, που στα γηρατειά του πήρε και την επωνυμία Felix, δηλαδή ‘’τυχερός’’ ή ‘’ευτυχής’’, ήταν ο πρώτος μεγάλος δικτάτορας της παντοκράτειρας Ρώμης. Οδήγησε δυο φορές τις λεγεώνες του εναντίον της Ρώμης, κάτι που αποτελούσε έγκλημα καθοσιώσεως, σκότωσε πολύ περισσότερους συμπατριώτες του από οποιονδήποτε άλλον Ρωμαίο και παραβίασε όλους τους γραπτούς και άγραφους νόμους του κράτους. Κι όμως, παρά τους ποταμούς αίματος που σημάδεψαν τη ζωή του, πέθανε στο κρεβάτι του όχι από μαχαίρι ή δηλητήριο όπως όλοι οι δικτάτορες αλλά από γαστρικό έλκος.

Ο Σύλλας ήταν εξαίρετος στρατιωτικός, Πολέμησε τους εχθρούς της Ρώμης στην Αφρική, στις Άλπεις, στην Ελλάδα και στην Ασία, αφήνοντας πίσω του μόνο αίμα και ερείπια. Ισοπέδωσε τον Πειραιά μετά από πολιορκία, στη μάχη του Ορχομενού σκότωσε 110.000 άνδρες του Μιθριδάτη χάνοντας μόνο 14 δικούς του, ενώ στη μάχη έξω από τη Ρώμη με τον Μάριο σκότωσε 20.000 και αιχμαλώτισε άλλες 8.000 χάνοντας 23 δικούς του.

Οι περιβόητες προγραφές του (που τις μαθαίναμε στο σχολείο) έμειναν στη μνήμη των Ρωμαίων ως συνώνυμο του τρόμου. Κάθε πρωί τοιχοκολλούσε έναν κατάλογο πολιτικών του αντιπάλων που έπρεπε να θανατωθούν, ενώ εκτελούνταν και όποιος τους έδινε καταφύγιο, ακόμα κι αν ήταν τα παιδιά ή οι γονείς τους. Οι κάτοικοι των Άντεμνων (6.000 συνολικά) που είχαν βοηθήσει τον αντίπαλο του Μάριο, οδηγήθηκαν μέσα στον Ιππόδρομο και σφαγιάστηκαν μπροστά στους θεατές. Τους κατοίκους του Πραιναιστού, ο Σύλλας αποφάσισε να τους περάσει ο ίδιος από δίκη, αλλά αφού καταδίκασε τους είκοσι πρώτους σε θάνατο, βαρέθηκε και έβγαλε μια κοινή απόφαση για όλους τους υπόλοιπους. Ήταν 12.000 και σφάχτηκαν όλοι.

Κι όμως, αυτός ο αιματοβαμμένος δικτάτορας ήταν ένας από τους μεγαλύτερους πλακατζήδες της Ρώμης κι έκανε παρέα με ηθοποιούς, πόρνες και χαμάληδες, αγνοώντας τους αριστοκράτες. Κατάκλεψε τις δημόσιες γαίες, κατάσχεσε τις περιουσίες των προγραμμένων κι έγινε ένας απ’ τους πλουσιότερους ανθρώπους της Ρώμης. Όταν πολεμούσε στην Ελλάδα άρπαξε όλα τα αρχαία μπρούτζινα αγάλματα της Ολυμπίας και της Επιδαύρου, τα έλιωσε, τα ‘κανε μπρούτζινα νομίσματα και πλήρωσε τους φαντάρους του.

Στην όψη ήταν βλογιοκομμένος και ταλαιπωριόταν μόνιμα από δερματικά νοσήματα. Όσο βρισκόταν στην Ελλάδα επισκεπτόταν τακτικά την Αιδηψό κι έκανε μπάνια στα ιαματικά νερά της πόλης. Στην πλαγιά πάνω από την Αιδηψό υπάρχει ακόμα η σπηλιά του Σύλλα όπου υποτίθεται ότι έπαιρνε τα μπάνια του, ενώ ρωμαϊκές γούρνες έχουν βρεθεί σε πολλά σημεία της πόλης. Πιο ευδιάκριτες σήμερα και καλοδιατηρημένες, είναι στην αυλή του ξενοδοχείου «Θέρμαι Σύλλα». Το νερό της Αιδηψού ήταν το μόνο που τον ανακούφιζε απ’ τις φρικτές φαγούρες.

Συντηρητικός μέχρι το κόκκαλο και απαίδευτος όπως όλοι οι Ρωμαίοι της εποχής του, δεν εκτιμούσε διόλου τα έργα τέχνης ή τα αρχαία αρχιτεκτονήματα. Κι όμως, όταν κατέλαβε την Αθήνα διώχνοντας τις στρατιές του Μιθριδάτη κι ετοιμάστηκε να εκθεμελιώσει την πόλη, μια επιτροπή προκρίτων τον επισκέφθηκε και του ζήτησε να σεβαστεί την παλιά δόξα της πόλης. Αυτός το σκέφτηκε λίγο και είπε την περίφημη φράση, «συγχωρώ τους ζωντανούς για χάρη των πεθαμένων». Έτσι γλύτωσε η Αθήνα την ολοκληρωτική καταστροφή.

Παντρεύτηκε πέντε φορές, (την τέταρτη γυναίκα του Καικηλία Μέτελλα, τη χώρισε μισή ώρα πριν αυτή ξεψυχήσει από βαριά αρρώστια), είχε αμέτρητες ερωμένες, αλλά ο μεγάλος του έρωτας ήταν ο ηθοποιός Μακρόβιος που στο θέατρο υποδυόταν πάντα γυναικείους ρόλους. Είπαν για τον Σύλλα ότι ήταν μισός λιοντάρι και μισός αλεπού, με την αλεπού να είναι πιο επικίνδυνη απ’ το λιοντάρι. Όταν τον ρώτησαν με ποια αξιολόγηση κάνει τις προγραφές, απάντησε ότι κάθε πρωί έγραφε στους καταλόγους του θανάτου όσους θυμόταν και ότι οι υπόλοιποι θα πέθαιναν την επομένη.

Κι όμως, στο τέλος της ζωής του κυκλοφορούσε στην ρωμαϊκή αγορά χωρίς συνοδεία, διότι όπως έλεγε, όλοι όσοι θα μπορούσαν να τον βλάψουν είχαν πεθάνει προ πολλού. Λίγο πριν πεθάνει, ο Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας, κουβαλώντας πάνω από 100.000 θανάτους συμπατριωτών του, υπαγόρευσε την επιγραφή που ήθελε να γραφτεί στον τάφο του: «Κανένας φίλος δεν με εξυπηρέτησε και κανένας εχθρός δεν με έβλαψε, χωρίς να τους το έχω ανταποδώσει στο ακέραιο.»

Διαβάστε εδώ κι άλλες ιστορίες με την υπογραφή του Δημήτρη Καμπουράκη, στη στήλη Μία σταγόνα ιστορία.

#TAGS MM