Όμηρος του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αλλά και του καιρού, είναι πλέον η Ευρώπη οδεύοντας προς το χειμώνα, καθώς οι δύο αυτοί παράγοντες θα κρίνουν μέχρι που θα φτάσει φέτος η τιμή του φυσικού αερίου.
Τη Δευτέρα το ευρωπαϊκό συμβόλαιο φυσικού αερίου TTF εκτοξεύτηκε εκ νέου αυξάνοντας τις τιμές σχεδόν στα 100 ευρώ/MWh, γεγονός που σημαίνει ότι έχει τριπλασιαστεί σε σχέση με τις αρχές του έτους.
Πλέον, οι αποθήκες στην ήπειρό μας έχουν αγγίξει τη μέγιστη εφικτή στάθμη τους στο 74,6% και όλα δείχνουν ότι δεν θα ανέβει άλλο. Το κρύο έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του στη βόρεια Ευρώπη και το ισοζύγιο φανερώνει ότι ξεκίνησαν οι αντλήσεις.
Η ανατίμηση στο TTF υπήρξε ασφαλώς μεγαλύτερη από ότι ήλπιζαν οι απανταχού κυβερνήσεις και οι ίδιες οι Βρυξέλλες. Στις αρχές του πολέμου της Μέσης Ανατολής είχε εκφραστεί η ελπίδα ότι δεν θα οδηγούμασταν σε τόσο ακριβές τιμές μέσω της απώλειας μόλις του 5% των ευρωπαϊκών προμηθειών λόγω του Κατάρ. Παρόλα αυτά, ο ανταγωνισμός από την Ασία για LNG μαζί με την ευρύτερη γεωπολιτική ανισορροπία και άλλους παράγοντες οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα.
Η εμπειρία των προηγουμένων ετών έχει δείξει ότι το TTF συνήθως “θεριεύει” ως τον Ιανουάριο και έπειτα τείνει να υποχωρεί καθώς πλησιάζει το τέλος της χειμερινής περιόδου.
Εντούτοις, φέτος τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σύγκριση με άλλες χρονιές. Η αγορά γνωρίζει ότι οι αποθήκες θα ολοκληρώσουν το χειμώνα πιθανότατα σε πολύ χαμηλή στάθμη, ενώ στα τέλη του 2027 θα σταματήσουν και οι εναπομείνασες εισαγωγές ρωσικού αερίου.
Σε συνδυασμό με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, πρόκειται για ένα “κοκτέιλ” που προμηνύει υψηλές τιμές και μέσα στο 2027. Ακόμα και αν το TTF υποχωρήσει εν τέλει χαμηλότερα, η ομοφωνία σήμερα στην αγορά είναι ότι θα παραμείνει σε επίπεδα άκρως επιζήμια για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και τους καταναλωτές.
Αυτός είναι, άλλωστε, ο λόγος που κυβερνήσεις όπως η ιταλική προσπαθούν να συμφωνήσουν με την Κομισιόν σε μια φόρμουλα που θα περιορίσει την επίδραση του TTF στις εγχώριες τιμές ηλεκτρισμού. Η κυοφορούμενη λύση στην Ιταλία έχει στόχο να μειώσει το κόστος των ηλεκτροπαραγωγών ώστε να το μετακυλίσουν στη συνέχεια στους τελικούς καταναλωτές.
Πάντως, οι ειδικοί εκτιμούν ότι η κίνηση της Μελόνι θα έχει μικρό αποτέλεσμα εν τέλει, εφόσον πρώτα λάβει το οριστικό πράσινο φως. Το ICIS υπολογίζει ότι το τελικό όφελος θα είναι μόλις 3 ευρώ/MWh.
Το πρόβλημα είναι διπλό: Από τη μια το πλαφόν της Μελόνι δεν αλλάζει το ουσιαστικό κόστος προμήθειας, αλλά μεσολαβεί εντός της αγοράς. Από την άλλη, απομακρύνει το κίνητρο για εξασφάλιση των φθηνότερων δυνατών προμηθειών από το εξωτερικό δημιουργώντας στρέβλωση. Εν ολίγοις, τζάμπα χρήμα δεν υφίσταται και κάποιος θα πρέπει να πληρώσει τη διαφορά.
