Site icon NewsIT
14:41 Κυριακή 5 Ιουλίου 2026

Οι έμμεσοι φόροι και ο ρόλος τους ως βασική πηγή εσόδων του κράτους

Οι φόροι στην κατανάλωση αντιστοιχούν στο 17,1% του ΑΕΠ έναντι 11,3% της άμεσης φορολογίας

E-tax, A Businessman using a tablet to fill in the income tax online return form for payment.Calculation of tax return.Government, state taxes. Data analysis, paperwork, financial research, reports.

Φωτογραφία iStock

Η συζήτηση για τη μείωση του ΦΠΑ επανέρχεται ως μέτρο ανακούφισης από την ακρίβεια, ωστόσο το δημοσιονομικό κόστος θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό, ενώ η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι μειώσεις δεν περνούν πάντα πλήρως στις τελικές τιμές. Η σημερινή δομή του φορολογικού συστήματος αποδίδεται σε χρόνια φοροδιαφυγής που οδήγησαν στη σταδιακή μετατόπιση του βάρους προς τους έμμεσους φόρους, οι οποίοι είναι πιο εύκολα εισπράξιμοι. Έτσι, η Ελλάδα βασίζεται περισσότερο στη φορολογία της κατανάλωσης σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά, ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδήματα.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν, το 2024 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία) οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν στο 17,1% του ΑΕΠ, με την αναλογία να διαμορφώνεται σε 1,51 ευρώ έμμεσων φόρων για κάθε 1 ευρώ άμεσων φόρων. Η εικόνα στην ΕΕ είναι διαφορετική, καθώς οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούν στο 12,9% του ΑΕΠ και οι άμεσοι στο 13,5%, με την αναλογία να διαμορφώνεται κάτω από τη μονάδα, στο 0,96. Δηλαδή, κατά μέσον όρο στην Ευρώπη οι κυβερνήσεις αντλούν περισσότερα έσοδα από την άμεση φορολογία παρά από τη φορολογία της κατανάλωσης.

Η σύγκριση γίνεται ακόμη πιο έντονη σε σύγκριση με μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Στη Γερμανία η αναλογία διαμορφώνεται στο 0,80, στην Ιταλία στο 0,90, στην Ισπανία στο 0,88, στην Ολλανδία στο 0,75 και στο Βέλγιο στο 0,69, ενώ ακόμη και στη Δανία, όπου η συνολική φορολογία είναι υψηλή, η αναλογία υποχωρεί στο 0,44. Μόνο λίγες χώρες, όπως η Πορτογαλία (1,42), εμφανίζουν αντίστοιχη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους, αν και σε διαφορετικό εισοδηματικό επίπεδο.

Στην Ελλάδα, η εικόνα συνδέεται και με το χαμηλότερο επίπεδο εισοδημάτων σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, όπως δείχνουν τα στοιχεία της Eurostat. Οι συντελεστές ΦΠΑ παραμένουν από τους υψηλότερους στην ΕΕ, ενώ η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων είναι σημαντικά χαμηλότερη, εντείνοντας την πίεση στα νοικοκυριά.

Τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα κατευθύνουν το μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος σε ανελαστικές δαπάνες, όπως τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια και μεταφορές, όπου ενσωματώνονται έμμεσοι φόροι. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα αποταμίευσης, με αποτέλεσμα μικρότερη φορολογική επιβάρυνση μέσω της κατανάλωσης.

Η υψηλή εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους έχει και δημοσιονομική διάσταση, καθώς οι φόροι κατανάλωσης αποτελούν σταθερή και πιο εύκολα εισπράξιμη πηγή εσόδων, με μικρότερες απώλειες από τη φοροδιαφυγή σε σχέση με τη φορολογία εισοδήματος. Αυτό εξηγεί γιατί οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται κυρίως στη μείωση της άμεσης φορολογίας, ενώ οι αλλαγές στον ΦΠΑ παραμένουν περιορισμένες.

Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο έντονη στην περίοδο του υψηλού πληθωρισμού. Όταν αυξάνονται οι τιμές, αυξάνεται αυτομάτως και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το Δημόσιο, χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών. Έτσι, η άνοδος των τιμών μεταφράζεται ταυτόχρονα σε μεγαλύτερη επιβάρυνση για τα νοικοκυριά και σε υψηλότερα φορολογικά έσοδα για το κράτος.

Ο προϋπολογισμός του 2026 αποτυπώνει τη συνέχιση αυτής της στρατηγικής. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους υπολογίζονται στα 44,9 δισ. ευρώ, έναντι 28,1 δισ. ευρώ από άμεσους φόρους. Η αναλογία περίπου 1,6 προς 1 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της κατανάλωσης από ό,τι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών.

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version