Η στεγαστική κρίση μαίνεται αλλά η στεγαστική πίστη ανθεί στην Ελλάδα, με τις εκταμιεύσεις νέων δανείων από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες να κινούνται με υψηλούς ρυθμούς και το κόστος χρηματοδότησης για τους δανειολήπτες να διαμορφώνεται, σε βασικές κατηγορίες σταθερού επιτοκίου, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των προγραμμάτων «Σπίτι μου», υπερτετραπλασιάστηκαν μέσα σε μία πενταετία, από 594 εκατ. ευρώ το 2020 σε 2,515 δισ. ευρώ το 2025 ενώ το 2025 οι συνολικές εκταμιεύσεις αυξήθηκαν κατά 42% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και η ανοδική πορεία συνεχίζεται και το 2026.
Πρόκειται για στοιχεία της IMS Financial Consulting που ανακοινώθηκαν από τον CEO της εταιρείας Κυριάκο Καμπούρη, με αφορμή την συμπλήρωση 20 ετών παρουσίας του Spitogatou στην αγορά.
Η πορεία στο 8μηνο του 2026
Σύμφωνα με τα στοιχεία της IMS από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, στο οκτάμηνο του έτους:
- οι συνολικές εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων ανήλθαν σε 1,835 δισ. ευρώ
- ήταν περίπου 1,360 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025
- με αύξηση 34,9% ή
- περίπου 475 εκατ. ευρώ επιπλέον εκταμειθιεύσεις σε έναν χρόνο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ανάπτυξη δεν προέρχεται αποκλειστικά από τα κρατικά προγράμματα στέγασης. Οι εκταμιεύσεις στεγαστικών δανείων εκτός του προγράμματος «Σπίτι μου» αυξήθηκαν, σύμφωνα με την IMS, από 979 εκατ. ευρώ στο οκτάμηνο του 2025 σε 1,246 δισ. ευρώ στο οκτάμηνο του 2026, σημειώνοντας άνοδο 27,3%.
Ταυτόχρονα, ισχυρή ώθηση εξακολουθεί να δίνει το πρόγραμμα «Σπίτι μου». Οι σχετικές εκταμιεύσεις αυξήθηκαν από 381 εκατ. ευρώ σε 589 εκατ. ευρώ μεταξύ των δύο συγκρίσιμων περιόδων, καταγράφοντας αύξηση 54,6%.
Από τα 594 εκατ. στα 2,5 δισ. ευρώ
Η μεταβολή γίνεται ακόμη πιο εμφανής εάν εξεταστεί η πορεία της στεγαστικής πίστης από το 2020. Σύμφωνα με τα στοιχεία της IMS, οι εκταμιεύσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών ανήλθαν σε:
- 594 εκατ. ευρώ το 2020
- 884 εκατ. ευρώ το 2021
- 1,21 δισ. ευρώ το 2022
- 1,3 δισ. ευρώ το 2023
- 1,771 δισ. ευρώ το 2024
- 2,515 δισ. ευρώ το 2025.
Παρά την ανάκαμψη, υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης. Σύμφωνα με την IMS, στην Ελλάδα μόλις το 23% των αγοραπωλησιών ακινήτων πραγματοποιείται με τη χρήση στεγαστικού δανείου, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη ανέρχεται σε 45%. Η διαφορά των 22 ποσοστιαίων μονάδων σημαίνει ότι το ευρωπαϊκό ποσοστό είναι σχεδόν διπλάσιο -1,96 φορές- από το ελληνικό.
Επιτόκια κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης
Στη θετική εικόνα συμβάλλει και ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των ελληνικών τραπεζών, ο οποίος έχει οδηγήσει σε αποκλιμάκωση του κόστους νέων στεγαστικών δανείων. Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι σε βασικές κατηγορίες σταθερού επιτοκίου η Ελλάδα βρίσκεται πλέον χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Στοιχεία του Ιουλίου δείχνουν ότι τα στεγαστικά δάνεια προς νοικοκυριά με αρχική περίοδο καθορισμένου επιτοκίου άνω του ενός και έως πέντε έτη, το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 2,89%, έναντι 3,57% στην ευρωζώνη.
Με βάση τα στοιχεία της ΕΚΤ, η Ελλάδα βρισκόταν στην τέταρτη χαμηλότερη θέση μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ στη συγκεκριμένη κατηγορία. Οι αποκλίσεις μεταξύ των χωρών παραμένουν σημαντικές:
- η Μάλτα κατέγραφε επιτόκιο 1,77%,
- η Κροατία 2,62% και
- η Πορτογαλία 2,84%, στην άλλη πλευρά της κατάταξης
- η Λετονία βρισκόταν στο 8,45% και
- η Εσθονία στο 8,02%.
- Γερμανία , Ισπανία και Ιταλία καταγράφουν επιτόκια σε αυτή την κατηγορία δανείων από 3,69% έως και 3,97%.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στα στεγαστικά δάνεια μεγαλύτερης διάρκειας σταθερού επιτοκίου. Για περίοδο σταθερού επιτοκίου άνω των δέκα ετών, το μέσο επιτόκιο στην Ελλάδα ήταν τον Μάιο 3,20%, έναντι 3,36% στην ευρωζώνη. Η Ελλάδα βρισκόταν έτσι στην πέμπτη χαμηλότερη θέση στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, τα υψηλότερα επιτόκια στην κατηγορία αυτή καταγράφονταν στην Εσθονία με 10,37%, τη Σλοβακία με 5,29% και τη Λετονία με 5,02%, ενώ χαμηλότερα επίπεδα εμφάνιζαν η Βουλγαρία με 2,53%, η Ισπανία με 2,66% και η Κροατία με 2,92%.
