Τα κλειστά σπίτια και τα ακίνητα των δήμων βρίσκονται στο επίκεντρο της πρότασης της BluPeak Estate Analytics για φθηνότερη κατοικία, με τη μελέτη να ζητά μεγαλύτερο ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
Η έκθεση «Στεγαστική κρίση και δήμοι» προτείνει οι δήμοι να καταγράψουν την περιουσία τους, να αξιοποιήσουν κατάλληλα κτίρια και να συνεργαστούν με ιδιοκτήτες κενών κατοικιών για ενοίκια χαμηλότερα από την αγορά, με εθνική χρηματοδότηση και συγκεκριμένους όρους για τους δικαιούχους. Παράλληλα, ζητά η εξασφάλιση αξιοπρεπούς στέγης να αποκτήσει προτεραιότητα στους δημοτικούς προϋπολογισμούς.
Το μέγεθος της πίεσης αποτυπώνεται στα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται η μελέτη. Το 2024, το 29% του πληθυσμού των ελληνικών πόλεων ζούσε σε νοικοκυριά που διέθεταν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για το συνολικό κόστος στέγασης. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο αντίστοιχος μέσος όρος ήταν σχεδόν 10%.
Η επιβάρυνση γίνεται ακόμη πιο αισθητή στα χαμηλά εισοδήματα. Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, το φτωχότερο 20% των νοικοκυριών κατεύθυνε το 55,9% των καταναλωτικών του δαπανών σε τρόφιμα, μη αλκοολούχα ποτά και στέγαση. Για το πλουσιότερο 20%, το αντίστοιχο μερίδιο ήταν 24,7%.
Τα κλειστά σπίτια ως πρώτη λύση
Η μελέτη δίνει βάρος στην επαναφορά κατοικιών που ήδη υπάρχουν στην αγορά. Η ανακαίνιση κλειστών διαμερισμάτων και η κοινωνική μίσθωση μπορούν να αποτελέσουν μέρος των παρεμβάσεων που προχωρούν παράλληλα με τον σχεδιασμό νέων κατοικιών. Η δημόσια ενίσχυση συνδέεται με συγκεκριμένο μίσθωμα, διάρκεια σύμβασης και επιλογή των νοικοκυριών που θα στεγαστούν.
Στην Αθήνα παρουσιάζεται το πιλοτικό πρόγραμμα για 70 κατοικίες, με επιδότηση επισκευών έως 10.055 ευρώ ανά διαμέρισμα και υποχρέωση μίσθωσης για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια. Η έκθεση αναφέρει σχεδιασμό για μισθώματα περίπου 30% χαμηλότερα από την αγορά. Ο αριθμός των 70 κατοικιών αφορά τον στόχο του προγράμματος και χρειάζεται να συνοδεύεται από απολογισμό των σπιτιών που ανακαινίστηκαν και κατοικούνται.
Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στη δημοτική περιουσία. Στη Θεσσαλονίκη, το ακίνητο της οδού Αλεξανδρείας 59, που χρησιμοποιούνταν ως κτίριο γραφείων, μετατράπηκε σε έξι ανεξάρτητες κατοικίες. Σύμφωνα με ανακοίνωση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας στις 5 Σεπτεμβρίου 2026, τα διαμερίσματα έχουν ήδη μισθωθεί σε ευάλωτα νοικοκυριά.
Σπίτια για γιατρούς και εκπαιδευτικούς
Η έλλειψη προσιτής κατοικίας επηρεάζει και τη λειτουργία βασικών υπηρεσιών. Ένας γιατρός ή ένας εκπαιδευτικός που αναλαμβάνει θέση σε νησί ή τουριστική περιοχή χρειάζεται σπίτι με κόστος που μπορεί να καλύψει και για όσο διάστημα υπηρετεί εκεί. Η μελέτη συνδέει αυτή την ανάγκη με τη δυνατότητα των τοπικών κοινωνιών να διατηρούν προσωπικό σε σχολεία και δομές υγείας.
Στη Χάλκη, το «Σπίτι του Γιατρού» δημιουργήθηκε με παραχώρηση δημοτικού οικοπέδου και δωρεά 170.000 ευρώ από την Ομάδα Αιγαίου. Η κατοικία προορίζεται για τον γιατρό που υπηρετεί στο νησί. Στον Αποκόρωνα, η έκθεση καταγράφει πρωτοβουλία του δημοτικού συμβουλίου για στέγαση εκπαιδευτικών, με συνεργασία τοπικών φορέων και ιδιοκτητών.
Πρόκειται για παρεμβάσεις με συγκεκριμένους δικαιούχους και σκοπό. Η αξιολόγησή τους, σύμφωνα με τη μελέτη, χρειάζεται να περιλαμβάνει τις κατοικίες που λειτουργούν, τις θέσεις υπηρεσιών που καλύφθηκαν και τη διάρκεια παραμονής των εργαζομένων.
Απογραφή σε έξι μήνες και παρεμβάσεις σε τρεις φάσεις
Για κάθε δήμο προτείνεται πρώτα να αποτυπωθούν οι στεγαστικές ανάγκες και η διαθέσιμη περιουσία. Μέσα σε έξι μήνες, η μελέτη ζητά στεγαστικό προφίλ και μητρώο ακινήτων, με έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας, υφιστάμενης χρήσης, τεχνικής κατάστασης και κόστους εργασιών.
Στο διάστημα των 6 έως 18 μηνών προτεραιότητα δίνεται στις ανακαινίσεις, στις κοινωνικές μισθώσεις και στην προσωρινή στέγαση εργαζομένων. Για τον ορίζοντα των δύο έως πέντε ετών προβλέπεται η προετοιμασία δημοτικών κτιρίων και οικοπέδων για μόνιμο απόθεμα προσιτής κατοικίας. Πρόκειται για προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα της μελέτης, με την υλοποίηση να εξαρτάται από τη χρηματοδότηση και την καταλληλότητα των ακινήτων.
Ως ευρωπαϊκό παράδειγμα παρουσιάζεται η Βιέννη, με περίπου 220.000 δημοτικές και 200.000 συνεταιριστικές ή επιδοτούμενες κατοικίες. Η κλίμακα αυτή στηρίζεται σε μακρόχρονη πολιτική, σταθερούς πόρους και οργανωμένη διαχείριση. Για την Ελλάδα, η μελέτη προτάσσει εργαλεία προσαρμοσμένα στην περιουσία και στις ανάγκες κάθε δήμου.
Απολογισμός για στέγαση και δημοτικές δαπάνες
Η πρόταση επεκτείνεται στον τρόπο που οι δήμοι ιεραρχούν τις δαπάνες τους. Για τις πολιτιστικές δράσεις ζητά δημοσιοποίηση κόστους, χρηματοδότησης, συμμετοχής και οφέλους για τους κατοίκους, με επανεξέταση δαπανών που έχουν υψηλό κόστος και ανεπαρκώς τεκμηριωμένο αποτέλεσμα.
Στη στέγαση, ο αντίστοιχος απολογισμός περιλαμβάνει κόστος ανά κατοικία, χρόνο παράδοσης, μίσθωμα σε σχέση με την αγορά και διάρκεια κατοίκησης. Η μελέτη ζητά να καταγράφεται πόσα νοικοκυριά διατηρούν τη στέγη τους στους 12 και στους 24 μήνες, καθώς και ποιοι πόροι παραμένουν αδιάθετοι.
