Site icon NewsIT

Τι σημαίνει ο δανεισμός της χώρας μας με αρνητικό επιτόκιο

11.10.2019 | 21:26
Τι σημαίνει ο δανεισμός της χώρας μας με αρνητικό επιτόκιο

Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Ελλάδα κατάφερε να δανειστεί με αρνητικό επιτόκιο, αφού η απόδοση των εντόκων γραμματίων βούτηξε στο -0,020%. Οι εύλογοι πανηγυρισμοί για το πρωτοφανές στα ιστορικά χρονικά επίτευγμα, έχουν ασφαλώς εξήγηση.

Τι σημαίνει πραγματικά να δανείζεται κανείς με αρνητικό επιτόκιο; Την απάντηση δίνει στο newsit.gr ο οικονομολόγος και καθηγητής χρηματοοικονομικών στο Πανεπιστημίου Πειραιά Μιχάλης Γκλεζάκος: «Αρνητικό επιτόκιο» εξηγεί, «σημαίνει ότι κάποιος είναι διατεθειμένος να πληρώσει για να μεταφέρει τα χρήματά του, με ασφάλεια, σε μια μελλοντική ημερομηνία».

«Επομένως, αποδέχεται τα αρνητικά επιτόκια», επισημαίνει ο κ. Γκλεζάκος, «όταν νιώθει ότι εκεί που τα δανείζει, θα είναι ασφαλή και με βεβαιότητα θα τα παραλάβει στη μελλοντική ημερομηνία που τον ενδιαφέρει. Είναι γεγονός ότι κάτι τέτοιο μέχρι σήμερα το συναντούσαμε στα γερμανικά ομόλογα και σε άλλους δανειζόμενους, 100% αξιόπιστους. Φαίνεται ότι πλέον το ελληνικό Δημόσιο συμπεριλαμβάνεται στους απόλυτα φερέγγυους δανειζόμενους για βραχυπρόθεσμο, όμως, επενδυτικό ορίζοντα. Δηλαδή, οι επενδυτές αισθάνονται ασφαλείς να βάλουν τα χρήματά τους σε δικά μας έντοκα γραμμάτια για να τα πάρουν πίσω μετά από λίγους μήνες. Πρόκειται βέβαια για μια πολύ θετική εξέλιξη γιατί δείχνει ότι η φερεγγυότητα του ελληνικού Δημοσίου έχει βελτιωθεί σημαντικά», σημειώνει ο καθηγητής.

Γιατί μηδενίζονται οι αποδόσεις

Ο ίδιος τονίζει βέβαια ότι το αρνητικό επιτόκιο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η οικονομία βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση. «Σημαίνει» όπως εξηγεί στο newsit.gr, ότι «υπάρχει ένας πληθωρισμός κεφαλαίων ο οποίος έχει προκληθεί από δύο βασικούς παράγοντες: πρώτον στα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης μέσω των οποίων έχουν πέσει στην παγκόσμια αγορά πάνω από 15 τρις δολάρια και δεύτερον στη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης, που έχουν ως συνέπεια να μην επανεπενδύονται σημαντικά κεφαλαιακά πλεονάσματα».

«Έτσι», συμπληρώνει, «δημιουργείται ένας πληθωρισμός προσφοράς κεφαλαίων τα οποία ψάχνουν κατά κάποιον τρόπο να βρουν διέξοδο. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν εύκολο δεδομένου ότι οι δύο από τους τρεις τομείς στους οποίους παραδοσιακά κατευθύνονται τα πλεονάζοντα κεφάλαια, δηλαδή τα ακίνητα και οι μετοχές έχουν κορεστεί. «Ας μην ξεχνάμε» λέει ο καθηγητής «ότι ο Dow Jones που είχε φτάσει τις 12.000 μονάδες στη φούσκα του 1999 τώρα είναι στις 26.000».

«Τα κεφάλαια που δεν έχουν επενδυθεί σε ακίνητα και μετοχές ζητούν διέξοδο στον δανεισμό τους σε φερέγγυους (κατά το δυνατόν) δανειολήπτες. Αυτή η μορφή τοποθέτησης τους είναι περισσότερο επιθυμητή για τους επενδυτές γιατί εμπεριέχει σχετικά μικρό κίνδυνο. Έτσι, δημιουργείται ένα κύμα ζήτησης ομολογιών, με αποτέλεσμα να πέφτουν κάθετα οι αποδόσεις τους», υπογραμμίζει ο Μιχάλης Γκλεζάκος.Σύμφωνα με τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιά, στόχος των επενδυτών, αν δεν μπορούν να αυξήσουν το κεφάλαιό τους, είναι να το διατηρήσουν.

Έτσι, οι απόλυτα φερέγγυοι δανειολήπτες, για τους οποίους οι επενδυτές αισθάνονται σίγουροι ότι θα ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους,  στην ουσία ζητούν μια αμοιβή για το γεγονός ότι τα χρήματα που δανείζονται τώρα θα τα επιστρέψουν στο μέλλον. Αυτή η αμοιβή έχει τη μορφή αρνητικών επιτοκίων. «Π.χ. αρνητικό επιτόκιο 0,5% σημαίνει ότι για κάθε 1.000 ευρώ που δανείζομαι θα παρακρατώ 5 ευρώ κάθε χρόνο, μέχρι τη λήξη του δανείου. Αντίστοιχα, ο δανειστής που βάζει τα χρήματα του σε μια τέτοια τοποθέτηση, είναι ικανοποιημένος αν πληρώνει 5 ευρώ το χρόνο για κάθε 1.000 ευρώ που θέλει να μεταφέρει με ασφάλεια σε μελλοντικό χρόνο», τονίζει ο κ. Γκλεζάκος.

Πώς φτάσαμε εμείς στον δανεισμό με αρνητικό επιτόκιο

Ενδιαφέρον είναι το πώς κατάφερε η Ελλάδα να φτάσει να δανείζεται με πολύ χαμηλά ή ακόμη και με αρνητικά επιτόκια. Αυτό, κατά τον κ. Γκλεζάκο οφείλεται σε δύο βασικούς παράγοντες: Αφενός στο ότι οι πληρωμές των δανείων μας έχουν μετατεθεί μετά το 2032, πράγμα που σημαίνει ότι το δεκαετές ομόλογο είναι ασφαλές και αφετέρου στο ότι η σημερινή κυβέρνηση δείχνει να έχει πάρει στα σοβαρά το θέμα των επενδύσεων, της ανάπτυξης και τελικά της επανόδου της οικονομίας μας σε συνθήκες κανονικότητας.

«Ο επενδυτής ο οποίος εμπιστεύεται τα χρήματά του στο δεκαετές ομόλογο της Ελλάδας, ξέρει ότι μέχρι τη λήξη του (2029) η χώρα μας δεν θα έχει πρόβλημα ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις της ότι και να συμβεί στην Οικονομία, διότι μέχρι το 2032 η εξυπηρέτηση του χρέους μας δεν προϋποθέτει μεγάλες εκταμιεύσεις. Με αυτά τα δεδομένα, η απόδοση 1,5% σε ένα περιβάλλον μηδενικών ή αρνητικών αποδόσεων είναι δελεαστική. Εκεί που θα δούμε πόσο πραγματικά αποτιμάται η φερεγγυότητα της Ελληνικής Οικονομίας, θα είναι αν εκδώσουμε ομολογίες με λήξη πέραν του 2032, π.χ. αν εκδώσουμε δεκαπενταετή ομόλογα» προσθέτει ο ίδιος. 

Μη ισορροπημένος ο τραπεζικός τομέας

«Αγκάθι» πάντως για την ελληνική Οικονομία αποτελεί ο τραπεζικός τομέας, πράγμα που αποτυπώνεται και στην τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η οποία διαπιστώνει ότι το ποσοστό των κόκκινων δανείων των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών αγγίζει το 40% του δανειακού χαρτοφυλακίου τους και είναι το υψηλότερο στην ευρωζώνη.

«Ο τραπεζικός τομέας είναι προφανές ότι δεν έχει ισορροπήσει ακόμη, λόγω των κόκκινων δανείων. Οι αποταμιευτές και οι επενδυτές βάζουν τα χρήματά τους σε προθεσμιακές με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο, όχι γιατί αισθάνονται πως οι τράπεζες είναι ασφαλείς, αλλά επειδή δεν έχουν άλλες επιλογές και επειδή το τραπεζικό μας σύστημα είναι ολιγοπωλιακό και γι αυτό το επιτόκιο καταθέσεων μπορεί να ορισθεί κατά παρέκκλιση των συνθηκών του ελεύθερου ανταγωνισμού. Σε αυτό το χρηματοοικονομικό περιβάλλον, οι αποταμιευτές, αναγκάζονται να καταθέτουν τα χρήματά τους με όρους που δεν ταιριάζουν στα δεδομένα του αναλαμβανόμενου κινδύνου και της αντίστοιχης απόδοσης», λέει ο κ. Γκλεζάκος.

«Η εμπιστοσύνη των αποταμιευτών θα μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη στο τραπεζικό μας σύστημα αν υπάρξει ενδιαφέρον από την πλευρά τους να αγοράσουν τραπεζικά ομόλογα με χαμηλό επιτόκιο, όπως π.χ. έγινε με τον ΟΤΕ (1%) και τα ΕΛΠΕ (2%). Πάντως, όλα δείχνουν ότι το σχέδιο ΗΡΑΚΛΗΣ θα βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου προβλήματος των κόκκινων δανείων, που έχει κλονίσει την αντοχή των τραπεζών μας», συμπληρώνει.

 

Ρεπορτάζ: Μάριος Αραβαντινός

Οικονομία Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version