Στη Θεσσαλονίκη, ο Αλέξης Τσίπρας έβαλε στο τραπέζι ένα απλό και ενοχλητικό ερώτημα. Ύστερα από επτά χρόνια Κυριάκου Μητσοτάκη, τι ακριβώς υπόσχεται μια ακόμη πενταετία της ίδιας εξουσίας;
Η φράση «ζητώ ευκαιρία για τη χώρα, όχι για μένα» είχε σαφή στόχο. Να μεταφέρει τη συζήτηση από την προσωπική επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού στο πολιτικό μέλλον της Ελλάδας. Από το πρόσωπο στο σχέδιο. Από τη νοσταλγία ή την αντιπάθεια στη σύγκριση δύο διαφορετικών δρόμων.
Το 2015 υπάρχει και θα υπάρχει σε κάθε συζήτηση για τον Αλέξη Τσίπρα. Μαζί του υπάρχουν οι συγκρούσεις, οι υποσχέσεις, το δημοψήφισμα, ο συμβιβασμός και το τρίτο μνημόνιο. Υπάρχει, όμως, και η πραγματικότητα μιας χώρας με άδεια ταμεία, αποκλεισμένη από τις αγορές και παραδομένη στους δανειστές της.
Η περιγραφή της τρόικας ως «συγκυβερνήτη» αποδίδει εκείνη την εποχή πολύ ακριβέστερα από τις βολικές αφηγήσεις που κυριάρχησαν αργότερα. Κάθε σοβαρή απόφαση περνούσε από ξένα γραφεία. Κάθε κοινωνικό μέτρο συναντούσε δημοσιονομικά τελεσίγραφα. Κάθε διαπραγμάτευση ξεκινούσε με την απειλή της οικονομικής ασφυξίας.
Αυτές οι συνθήκες εξηγούν πολλά. Η πολιτική επιστροφή, ωστόσο, χρειάζεται και μια καθαρή περιγραφή των λαθών, των αυταπατών και των επιλογών που κόστισαν. Η κοινωνία γνωρίζει ήδη την πίεση των δανειστών. Τώρα θέλει να ακούσει τι έμαθε ο ίδιος ο Τσίπρας από εκείνη τη σύγκρουση.
Στη Θεσσαλονίκη φάνηκε μια σημαντική μετατόπιση. Ο λόγος του πρώην πρωθυπουργού πέρασε από τη διαχείριση της κρίσης στην παραγωγή πλούτου. Μίλησε για παραγωγικότητα, επενδύσεις, κρίσιμους κλάδους, ισχυρότερη οικονομία και δικαιότερη διανομή του αποτελέσματος. Πρόκειται για το σωστό πεδίο συζήτησης.
Η Ελλάδα χρειάζεται παραγωγή, τεχνολογία, βιομηχανία, ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις και αξιοπρεπείς μισθούς. Χρειάζεται μια οικονομία που κρατά τους νέους στον τόπο τους, αντί να τους προσφέρει ως εξαγώγιμο ανθρώπινο κεφάλαιο στις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης. Χρειάζεται ανάπτυξη που φτάνει μέχρι το νοικοκυριό και παύει να μετριέται αποκλειστικά σε πίνακες και κυβερνητικές παρουσιάσεις.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα της νέας πρότασης Τσίπρα. Οι πολίτες έχουν χορτάσει από μεγαλόπνοες εξαγγελίες. Θα αναζητήσουν αριθμούς, προτεραιότητες, χρονοδιαγράμματα και πρόσωπα ικανά να εφαρμόσουν όσα περιγράφονται. Θα θελήσουν να δουν πώς αυξάνεται ο πλούτος, ποιοι συμμετέχουν στην παραγωγή του και ποιοι ωφελούνται από τη διανομή του.
Η αναφορά στις ανισότητες και στη διαφθορά αγγίζει τον πυρήνα της σημερινής δυσφορίας. Πίσω από τους καλούς μακροοικονομικούς δείκτες υπάρχει μια κοινωνία που μετρά καθημερινά το κόστος στο ράφι, στο ενοίκιο και στον λογαριασμό του ρεύματος. Πίσω από τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί σταθερότητας υπάρχει η αίσθηση ότι η εξουσία λειτουργεί όλο και περισσότερο για έναν κλειστό κύκλο ημετέρων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ερώτημα του Τσίπρα προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη αποκτά ιδιαίτερη δύναμη. Όσα έμειναν πίσω μέσα σε επτά χρόνια, με ποιον τρόπο θα προχωρήσουν στα επόμενα πέντε;
Ο χρόνος στην εξουσία αποτελεί ήδη πολιτικό αποτέλεσμα. Αφήνει έργα, παραλείψεις, συμπεριφορές και λογαριασμούς. Μια κυβέρνηση που ζητά συνολικά δώδεκα χρόνια οφείλει να εξηγήσει ποια φρέσκια ιδέα διαθέτει ακόμη και ποια ακριβώς δύναμη αλλαγής διατηρεί. Η επίκληση της σταθερότητας ακούγεται όλο και περισσότερο σαν αίτημα μονιμότητας.
Η παρουσία Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη επανέφερε τον πολιτικό ανταγωνισμό εκεί όπου πραγματικά ανήκει. Στη σύγκριση σχεδίων εξουσίας. Η χώρα έχει ανάγκη από καθαρές εναλλακτικές, συγκροτημένες προτάσεις και πραγματική δυνατότητα πολιτικής αλλαγής. Η δημοκρατία ασφυκτιά όταν μία παράταξη παρουσιάζει την παραμονή της ως μοναδική ασφαλή επιλογή.
Ο Αλέξης Τσίπρας ζήτησε ευκαιρία για τη χώρα. Από εδώ και πέρα, σειρά έχουν οι αποδείξεις.
