Site icon NewsIT
13:43 Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Πόσα να συνηθίσουμε ακόμα;

μητσοτακης

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ Γ.Τ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

Πέτρος Κατσάκος

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μάθει να επενδύει σε κάτι πιο ανθεκτικό από τη δημοφιλία της. Έχει επενδύσει στην εξάντλησή μας. Έχει ποντάρει στο γεγονός ότι ο πολίτης που κυνηγά τον λογαριασμό του ρεύματος, το ενοίκιο και τη δόση του δανείου δύσκολα βρίσκει το κουράγιο να παρακολουθήσει μέχρι τέλους κάθε υπόθεση που αποκαλύπτεται. Κάπου ανάμεσα στο πρώτο σοκ και στην τελευταία κυβερνητική δικαιολογία, η ζωή τον τραβά από το μανίκι. Κι εκεί ακριβώς η εξουσία κερδίζει χρόνο.

Γι’ αυτό οι αλλεπάλληλες αποκαλύψεις δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε πολιτική κρίση.

Για να συμβεί αυτό, πρέπει κάποιος να επιμείνει στο ερώτημα που η κυβέρνηση προσπαθεί κάθε φορά να προσπεράσει: ποιος έχει την ευθύνη; Όταν αποκαλύπτονται κυκλώματα, η κυβερνητική απάντηση είναι ότι οι μηχανισμοί λειτουργούν. Το είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, διεκδικώντας τις συλλήψεις και τις έρευνες ως απόδειξη αποτελεσματικότητας. Μόνο που η αποκάλυψη μιας υπόθεσης δεν εξαφανίζει όσα συνέβαιναν πριν αποκαλυφθεί. Κάποιοι είχαν την εποπτεία, κάποιοι όφειλαν να ελέγχουν, κάποιοι πρέπει να εξηγήσουν πώς απέτυχαν.

Εδώ αρχίζει η κυβερνητική ταχυδακτυλουργία. Η επιτυχία έχει υπουργό, εκπρόσωπο και κομματικό λογότυπο. Η αποτυχία χάνεται στις υπηρεσίες, στις αρμοδιότητες και στις παθογένειες του παρελθόντος. Έπειτα από τόσα χρόνια διακυβέρνησης, το επιτελικό κράτος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως επισκέπτης στο κράτος που διοικεί. Φτάνει στον τόπο της ζημιάς, εκφράζει την έκπληξή του και υπόσχεται να αναζητήσει τους υπευθύνους.

Αυτή η απόσταση από την ευθύνη γίνεται ακόμη πιο προκλητική όταν αφορά το ίδιο το πρωθυπουργικό περιβάλλον.

Στην υπόθεση Μπεκίρη, στα ερωτήματα για την απουσία ΦΕΚ διορισμού στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή, η κυβέρνηση απάντησε ότι επρόκειτο για εθελοντική προσφορά. Ο ίδιος αμφισβητεί τα δημοσιεύματα και έχει κινηθεί νομικά. Η πολιτική εξήγηση, πάντως, παραμένει αυτή: ένας άνθρωπος που παρουσιαζόταν ως διευθυντής προσέφερε, κατά την κυβέρνηση, εθελοντικά τις υπηρεσίες του.

Αρκεί να σκεφτεί κανείς τι αντιμετωπίζει ένας κοινός πολίτης όταν λείπει ένα χαρτί από τον φάκελό του για να καταλάβει την πρόκληση. Εκεί η διαδικασία σταματά, η αίτηση απορρίπτεται, η προθεσμία τρέχει. Κοντά στον πρωθυπουργό, όμως, ακόμη και η ιδιότητα με την οποία ασκούνται καθήκοντα φαίνεται πως χωρά ερμηνείες. Και οι πολίτες καλούνται να τις αποδεχθούν χωρίς άλλες ερωτήσεις, επειδή το Μαξίμου διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει θέμα. Όσο αυτή η αντίληψη κατεβαίνει από τα κυβερνητικά γραφεία στην καθημερινή λειτουργία του κράτους, το κόστος γίνεται βαρύτερο.

Στην υπόθεση του Βασίλη Μάγγου, πέντε αστυνομικοί κρίθηκαν ένοχοι για βασανιστήρια μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα Βόλου, για πράξεις του Ιουνίου του 2020. Έξι χρόνια χωρίζουν τα γεγονότα από αυτή τη δικαστική κρίση.

Για την οικογένεια, αυτά τα χρόνια ήταν η ζωή της. Ήταν η ανάγκη να επιστρέφει ξανά και ξανά στην ίδια οδύνη, να επιμένει, να διεκδικεί να ακουστεί. Μπροστά σε μια τέτοια απόφαση, η πολιτική ηγεσία οφείλει να εξηγήσει τι θα αλλάξει στην αστυνομία που εποπτεύει. Πώς θα προστατεύεται εκείνος που καταγγέλλει βία, πώς θα ελέγχονται οι καταγγελίες, πώς θα πάψει η στολή να λειτουργεί ως καταφύγιο για όποιον καταχράται την εξουσία της. Η επίκληση της Δικαιοσύνης δεν εξαντλεί τις υποχρεώσεις μιας κυβέρνησης. Αλλιώς οι υπουργοί θα ήταν απλώς σχολιαστές των δικαστικών αποφάσεων.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση βρίσκει την αποφασιστικότητα που της λείπει στη λογοδοσία όταν πρόκειται να διευκολύνει τους ισχυρούς. Το άρθρο 23 που τελικά αποσύρθηκε θα επέτρεπε, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη διμερή σύμβαση ρύθμισης ενός δανείου, χωρίς προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής. Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και του νομικού κόσμου προηγήθηκαν της υποχώρησης.

Η νομοθετική γλώσσα μπορεί να κάνει μια τέτοια επιλογή να ακούγεται σαν τεχνική διευθέτηση. Για τον δανειολήπτη, όμως, αφορά το περιθώριο που έχει να υπερασπιστεί την περιουσία του. Και για την κυβέρνηση αποκαλύπτει μια προτεραιότητα: ανάμεσα στην τράπεζα που διαθέτει ολόκληρο νομικό μηχανισμό και στον άνθρωπο που μετρά αν του φτάνουν τα χρήματα για δικηγόρο, επέλεξε να διευκολύνει την πρώτη. Χρειάστηκε πίεση για να υποχωρήσει. Αυτό αξίζει να το θυμόμαστε την επόμενη φορά που θα μας πουν ότι οι αντιδράσεις δεν αλλάζουν τίποτα.

Οι υποθέσεις αυτές διαφέρουν μεταξύ τους. Συναντιούνται, όμως, στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη σχέση της με την κοινωνία. Ζητά διαρκώς εμπιστοσύνη, ενώ δυσκολεύεται να δώσει εξηγήσεις. Απαιτεί από τους πολίτες να τηρούν κάθε υποχρέωσή τους, ενώ αντιμετωπίζει τις δικές της ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Και βαφτίζει «σταθερότητα» την προσδοκία ότι, όσα κι αν συμβούν, ο πολιτικός λογαριασμός θα μένει ανοιχτός επ’ αόριστον.

Γι’ αυτό η αντιπολίτευση δεν μπορεί να αρκείται σε ανακοινώσεις που λήγουν μαζί με το δελτίο ειδήσεων. Οφείλει να κρατά τις υποθέσεις ανοιχτές, να ζητά έγγραφα, να επιστρέφει στις αναπάντητες ερωτήσεις, να δυσκολεύει την κυβερνητική απόδραση προς την επόμενη επικαιρότητα. Να δώσει πολιτική συνέχεια στην αγανάκτηση ανθρώπων που έχουν κάθε λόγο να είναι κουρασμένοι.

Γιατί πάνω σ’ αυτή την κούραση στηρίζεται η πιο προκλητική κυβερνητική βεβαιότητα ότι μπορούν να περιμένουν μέχρι να το συνηθίσουμε κι αυτό.

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version