Την ώρα που ευρωπαϊκές πόλεις γεμίζουν διαδηλωτές, με διαφορετικές αφορμές αλλά με κοινό υπόβαθρο την πίεση στο βιοτικό επίπεδο, στην Ελλάδα η κυβέρνηση προετοιμάζει το εορταστικό πακέτο για τα σούπερ μάρκετ. Η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική ανάγκη και την κυβερνητική απάντηση χωράει ολόκληρη σε αυτή την εικόνα. Από τη μία, άνθρωποι που διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο από τον πλούτο που παράγουν και, από την άλλη, μια εξουσία που τους καλεί να περιμένουν τις χριστουγεννιάτικες προσφορές.
Για όποιον μετρά τα ψώνια του μέχρι το τελευταίο ευρώ, ακόμη και μια μικρή έκπτωση είναι χρήσιμη. Το πολιτικό ζήτημα αρχίζει όταν η ανάγκη για αυτή την έκπτωση γίνεται μόνιμος τρόπος ζωής και η κυβέρνηση εμφανίζεται ως προστάτης των νοικοκυριών, αφήνοντας ανέγγιχτους τους συσχετισμούς που τα κρατούν στριμωγμένα.
Η ακρίβεια έχει ταξικό περιεχόμενο, επειδή το ίδιο προϊόν και το ίδιο ενοίκιο βαραίνουν διαφορετικά έναν εργαζόμενο και έναν άνθρωπο που ζει από περιουσία και κέρδη. Όταν ο μισθός εξαντλείται στα βασικά, ο εργαζόμενος χάνει μαζί με το εισόδημά του και τη δυνατότητα να επιλέγει, να ξεκουράζεται, να σχεδιάζει τη ζωή του. Όσα για κάποιους καταγράφονται ως αποδόσεις και επενδυτικές ευκαιρίες, για άλλους σημαίνουν δεύτερη δουλειά, συγκατοίκηση από ανάγκη και αναβολή της ανεξαρτησίας τους.
Η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη αντιμετωπίζει αυτή την ανισότητα ως περίπου φυσική τάξη πραγμάτων, μέσα στην οποία επιτρέπονται διορθώσεις περιορισμένης διάρκειας. Το νοικοκυριό καλείται να προσαρμόσει τις ανάγκες του στο διαθέσιμο εισόδημα, ενώ η απαίτηση να περιοριστεί η κερδοφορία προς όφελος της κοινωνίας συναντά αμέσως τις γνωστές ενστάσεις περί αντοχών της οικονομίας.
Μόνο που και οι εργαζόμενοι έχουν αντοχές, τις οποίες ξοδεύουν καθημερινά στο ταμείο, στο νοίκι και στον λογαριασμό του ρεύματος. Η δική τους ασφάλεια αξίζει να γίνει κριτήριο οικονομικής πολιτικής, με αυξήσεις μισθών, ισχυρές συλλογικές συμβάσεις, δημόσια στεγαστική πολιτική, έλεγχο της αγοράς και φορολόγηση των μεγάλων κερδών για τη χρηματοδότηση κοινωνικών αναγκών.
Εδώ βρίσκεται και η ευθύνη της Αριστεράς, να οργανώσει τη διεκδίκηση γύρω από συγκεκριμένους στόχους και να ξαναδώσει συλλογική δύναμη σε ανθρώπους που σήμερα αντιμετωπίζουν μόνοι τους ένα κοινό πρόβλημα. Η αγανάκτηση χρειάζεται σωματεία, παρουσία στις γειτονιές και πολιτική εκπροσώπηση που να συγκρούεται με τα συμφέροντα που ωφελούνται από τη σημερινή κατάσταση.
Μια κοινωνία που παράγει πλούτο δικαιούται πολύ περισσότερα από εποχικές διευκολύνσεις στην κατανάλωση. Δικαιούται να αποφασίζει πώς μοιράζεται αυτός ο πλούτος, ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να γεμίζει το καλάθι του και να ζει από τον μισθό του, χωρίς να περιμένει κάθε Χριστούγεννα την κυβερνητική ανακοίνωση.