Αυτό αναρωτιέμαι με αφορμή την υπόθεση του άδικου θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη.
Γιατί, από την πρώτη στιγμή, μαζί με τη θλίψη, άρχισε να ξετυλίγεται και το γνωστό «κουβάρι«: κενά, παραλείψεις, ένα σύστημα ελέγχων που, εκ των υστέρων, μοιάζει να είχε περισσότερες «τρύπες» από όσες μπορούσε να αντέξει…!
Το Σώμα Επιθεωρητών Υγείας καταργήθηκε το 2019 και οι αρμοδιότητες ελέγχου μεταφέρθηκαν στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας και στους κατά τόπους Ιατρικούς Συλλόγους.
Μάλιστα!
Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μέχρι το 2019 όλα λειτουργούσαν άψογα. Ό,τι δεν υπήρχαν παρατυπίες. Ό,τι κανείς δεν κινδύνευε.
Τότε προκύπτουν μερικά απλά ερωτήματα.
Γιατί καταργήθηκαν οι «Ράμπο» της Υγείας;
Και, τι ακριβώς ελέγχθηκε μετά;
Πόσα ιατρεία με παράνομες ιατρικές υπηρεσίες εντοπίστηκαν; Πόσες καταγγελίες διερευνήθηκαν; Πόσες παραβάσεις διαπιστώθηκαν;
Και κυρίως: ποιος έχει σήμερα την πλήρη εικόνα;
Και μετά έρχεται ο Ιατρικός Σύλλογος. Θεσμικός φορέας. Ελεγκτής και ελεγχόμενος, όμως, μαζί.
Πως να πείσει; Μπορεί αυτό το μοντέλο να εμπνεύσει από μόνο του την απόλυτη εμπιστοσύνη του πολίτη; Ιδίως μετά από δηλώσεις του τύπου ότι μπορεί «να έβγαζαν τα μηχανήματα στη βεράντα και δεν τα εντοπίζαμε»;
Και κάπου εδώ το θέμα παύει να είναι διοικητικής φύσεως.
Γίνεται θέμα ασφάλειας.
Επικίνδυνες ιατρικές πράξεις ακόμη και σε ξενοδοχεία, όπως καταγγέλεται.
Botox και ιαλουρινικά ακόμη και σε κέντρα ομορφιάς, από αισθητικούς, όχι από γιατρούς!
Έχει καταγραφεί αναφορά ακόμη και για botox από κτηνίατρο (σύμφωνα με την Πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Χανίων).
Με λίγα λόγια δεν έχουμε απλώς ένα «γκρίζο» τοπίο.
Έχουμε ένα τοπίο όπου ο πολίτης είναι απολύτως μόνος και απροστάτευτος.
Και τότε, μετά την κάθε τραγωδία – όχι τώρα, πάντα, γιατί το πρόβλημα είναι διαχρονικό (!) – εμφανίζεται το κράτος.
Νέοι κανόνες. Νέες δεσμεύσεις. Νέες εξαγγελίες.
Καλώς!
Αλλά το κράτος δεν κρίνεται από το πόσο γρήγορα διορθώνει κάτι αφού αποκαλυφθεί. Κρίνεται από το αν είχε μηχανισμό ώστε να το προλάβει.
Κρίνεται από το αν ο μηχανισμός ελέγχου που θέσπισε, λειτούργησε και λειτουργεί.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος φταίει μετά.
Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος έπρεπε να έχει δει πριν τα κενά και τους κινδύνους που συνεπάγονται.
Γιατί αυτό είναι κάτι που επανέρχεται διαρκώς…
Στα Τέμπη, τα κενά στην ασφάλεια του σιδηρόδρομου.
Στη Μάνδρα, στο Μάτι και σε άλλες τραγωδίες, τα κενά στον σχεδιασμό, στον συντονισμό, στην πρόληψη και στην επιχειρησιακή διαχείριση.
Κάθε φορά διαφορετική τραγωδία.
Κάθε φορά διαφορετικό πεδίο.
Κάθε φορά, όμως, το ίδιο μοτίβο: «Δεν είχαμε δει το πρόβλημα».
Και μετά το βλέπουμε όλοι!
Μετά όμως την καταστροφή και τον θάνατο.
Και τότε«πέφτουμε από τα σύννεφα».
Πόσες φορές, όμως, μπορεί να συμβαίνει αυτό;
Ένας φίλος, κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία και αποκαλύπτονται εκ των υστέρων αστοχίες της πολιτείας – ανεξαρτήτως κυβέρνησης, προφανώς – λέει, μονότονα μια φράση: «Μήπως ζούμε από τύχη;».
Ίσως αυτό να είναι το πιο ενοχλητικό ερώτημα απ’ όλα!
