Η ΕΚΤ αύξησε όπως είναι γνωστό τα επιτόκια κατά 0,25% στην τελευταία της συνεδρίαση. Μαζί με την απόφαση αυτή «μάθαμε» από τις δηλώσεις ισχυρών μελών του Συμβουλίου της, όπως ο πρόεδρος της Bundesbank και άλλοι, ότι αυτή η αύξηση είναι το πρώτο βήμα στην προοπτική της ΕΚΤ.
Όσο για την κα Λαγκάρντ πέρα από τα επιτόκια, μας είπε πως οι κίνδυνοι για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί και για την οικονομία καθοδικοί. Αυτό στην «γλώσσα» μας σημαίνει ότι η ΕΚΤ θεωρεί σωστό να αυξήσει το κόστος του χρήματος σε συνθήκες που η οικονομία επιβραδύνεται και ο πληθωρισμός αυξάνεται.
Για να το πάμε ακόμα πιο πέρα, η αύξηση των επιτοκίων σε τέτοιες συνθήκες σημαίνει ότι η ΕΚΤ αξιολογεί ως σημαντικότερο τον κίνδυνο του πληθωρισμού, από εκείνο της μεγαλύτερης επιβράδυνσης της οικονομίας… Και στο άμεσο μέλλον, ίσως και τον Ιούλιο θα το κάνει ακόμα χειρότερο, αυξάνοντας εκ νέου τα επιτόκια, αν τα πράγματα συνεχίσουν στην ίδια κατεύθυνση.
Αυτή είναι συνοπτικά η ανάγνωση της ανακοίνωσης της Πέμπτης.
Ποιος εισπράττει την ζημιά από την χθεσινή αύξηση των επιτοκίων;
Η απάντηση είναι εύκολη: αυτοί που έχουν να αποπληρώσουν ή να αναχρηματοδοτήσουν δάνεια που έχουν συναφθεί στο παρελθόν με χαμηλότερα επιτόκια. Ποιοι είναι αυτοί; Νοικοκυριά (στεγαστικά, καταναλωτικά, κ.λ.π.), επιχειρήσεις και κρατικά ομολογιακά δάνεια. Εν ολίγοις όσοι χρωστάνε και πρέπει να πληρώσουν παλιά δάνεια χαμηλού κόστους με νέα υψηλότερου κόστους.
Αυτή βέβαια είναι η βασική συνθήκη για την επιβράδυνση της οικονομίας και της καταναλωτικής δαπάνης, αφού με «παλιά» και χαμηλότερα πραγματικά εισοδήματα (έχει αυξηθεί ο πληθωρισμός) νοικοκυριά και επιχειρήσεις πρέπει να χρηματοδοτήσουν με ακριβότερο χρήμα την επιβίωση ή την «επέκτασή» τους.
Το ερώτημα που βάζει σε αμφισβήτηση όλη αυτή την «λογική» είναι όχι τόσο η «ποιότητα» της απόφασης της ΕΚΤ, δηλαδή η αύξηση των επιτοκίων, αλλά η «ποσότητά» της. Το ερώτημα δηλαδή του αν εξηγεί ή δικαιολογεί αυτή μικρή αύξηση το σκεπτικό της, δηλαδή την αιτιακή σχέση της με την αύξηση του πληθωρισμού. Και εδώ η απάντηση είναι προφανώς όχι, αφού το 0,25% δεν είναι ανάχωμα για τον πληθωρισμό (ούτε το ενδεχόμενο να προστεθεί άλλο ένα 0,25 τον Ιούλιο), του οποίου τα αίτια δεν επηρεάζονται στο παραμικρό από τις ανύπαρκτες δυνατότητες της ΕΚΤ να παρέμβει στον τομέα της προσφοράς για να εκτονώσει την πίεση από την αύξηση των τιμών.
Εδώ μάλιστα κάποιοι αναλυτές θυμίζουν όχι χωρίς λόγο, το τραγικό λάθος του Ζαν Κλοντ Τρισέ τον Ιούλιο του 2008, ο οποίος μπροστά στην πολύ μικρότερη πληθωριστική πίεση τότε και εν μέσω μιας επερχόμενης διογκούμενης πιστωτικής φούσκας, αύξησε τα επιτόκια. Τι ακολούθησε νομίζω όλοι το θυμόμαστε ειδικά εμείς εδώ στην Ελλάδα…
Αλλά ας πούμε ότι το 2026 δεν είναι 2008.
Οπως και πραγματικά δεν είναι.
Είναι πολύ χειρότερα. Έχουμε δεύτερη ενεργειακή κρίση μέσα σε λιγότερο από 4 χρόνια, μετά από πανδημία, έχουμε τρομακτικών διαστάσεων «φούσκα» στον πλέον ανεπτυγμένο επιχειρηματικό τομέα την Τεχνητή Νοημοσύνη που κυριαρχεί στα χρηματιστήρια και στην οικονομία, έχουμε απίθανη αύξηση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους διεθνώς, με τις ΗΠΑ να «έχουν» το 60% του συνολικού χρέους των χωρών του G-7…
Και το χειρότερο; Θεσμικά έχουν ήδη αποσυρθεί εν όλο ή εν μέρη όλα εκείνα τα θεσμικά αναχώματα προστασίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος που εγκαταστάθηκαν μετά την κατάρρευση του 2008, για την αποφυγή ενός νέου τρισχειρότερου κράχ.
Τώρα έχουμε άμεση προειδοποίηση για χειρότερα σόκ από το ΔΝΤ, έχουμε άμεση παραδοχή της απόλυτης αβεβαιότητας από την ΕΚΤ ότι οι αποφάσεις της απέναντι στην κατάσταση αυτή δεν μπορούν να βασισθούν σε προβλέψεις, παρά μόνο σε «γεγονότα» που θα έχουν ήδη συμβεί, δηλαδή μέτρα εκ των υστέρων, κ.λ.π., κ.λ.π.
Που στέκεται λοιπόν μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, αυτή η αύξηση των επιτοκίων κατά ¼ της μονάδας από την ΕΚΤ;
Γιατί έγινε, αφού σαν κίνηση δεν ανταποκρίνεται ούτε στις απαιτήσεις ανάσχεσης του πληθωρισμού, ούτε – πολύ περισσότερο – στις ανάγκες της οικονομίας (που χρειαζόταν φθηνότερο και όχι ακριβότερο χρήμα) για να αντιμετωπιστεί η σαφής επιβράδυνσή της;
Η απάντηση είναι προφανώς, δεν στέκεται πουθενά.
Κάποιοι «παλιοί», που η πλάτη τους έχει ακόμα τα σημάδια των «πληγών» του 2008, στην περίπτωση αυτή θα έλεγαν, ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες σιωπηρά μιμούνται αυτό που αποτελεί βασική κίνηση στο παιχνίδι του βόλεϊ.
Σηκώνει ο παίκτης την μπάλα μπροστά στο φιλέ για να μπορέσει στην συνέχεια να την «καρφώσει» να την κατεβάσει δηλαδή γρήγορα και από ψηλά σχεδόν κάθετα στο αντίπαλο τερέν… Κάπως έτσι επιχειρούν και οι κεντρικοί τραπεζίτες με τα επιτόκια, τα ανεβάζουν για να δημιουργήσουν περιθώρια παρέμβασης για την στιγμή που έρχεται και θα χρειασθεί ενα νέο βίαιο QE.
Κάτι τέτοιο όμως αν συμβαίνει, σημαίνει δύο πράγματα.
Πρώτον σημαίνει ότι η ΕΚΤ εκτιμά ότι έρχεται η κρίσιμη στιγμή (ένα κραχ και απότομη ύφεση για παράδειγμα στις αγορές και στην οικονομία). Kαι δεύτερον σημαίνει όπως επισημάναμε λίγο πιο πάνω ότι η ΕΚΤ θα προσπαθήσει να τα αυξήσει ακόμα περισσότερο, πριν από εκείνη την στιγμή, για να έχει στην συνέχεια το περιθώριο ισχυρής δράσης… Έχει ξανασυμβεί και δεν θα μας ξαφνιάσει.
