Τα στοιχεία εκτέλεσης του Προϋπολογισμού που δόθηκαν στην δημοσιότητα προχθές καταγράφουν μια πολύ καλή, έως και εξαιρετική εικόνα για τα δημόσια οικονομικά του 2025. Εντυπωσιακές επιδόσεις που δεν μπορείς να την συναντήσεις σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα για το 2025.
Το ερώτημα βέβαια είναι αφού όλα πάνε τόσο (!) καλά εμείς γιατί δεν «αισθανόμαστε» έτσι;
Ας δούμε μερικά «νούμερα» από αυτά που δημοσιεύτηκαν.
Τα φορολογικά έσοδα άγγιξαν τα 72 δισ. ευρώ (71,97 δισ. ευρώ για την ακρίβεια). Αυτό είναι ένα ρεκόρ και υπερβαίνει τον στόχο που είχε τεθεί όταν ψηφίστηκε ο Προϋπολογισμός τον Δεκέμβρη του 2024 κατά 451 εκατ. ευρώ. Το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα σχεδόν ξεπέρασε τα 8 δισ. ευρώ (σχεδόν 4% του ΑΕΠ), υπερβαίνοντας και την πιο αισιόδοξη πρόβλεψη. Σε επίπεδο ταμειακού αποτελέσματος, δηλαδή «το ρευστό στο συρτάρι», το ισοζύγιο του κρατικού προϋπολογισμού εμφάνισε πλεόνασμα 17 εκατ. ευρώ, ενώ είχε προβλεφθεί ένα «λογικό» έλλειμμα λίγο πάνω από 2,5 δισ. ευρώ.
Τι γίνεται λοιπόν, πως προκύπτουν όλα αυτά τα ωραία, ενώ τίποτα από αυτά που δημιουργούν μια φυσιολογική επέκταση του ΑΕΠ, δηλαδή μεγάλη αύξηση εξαγωγών, αύξηση παραγωγικότητας κ.λ.π. (από το οποίο θα προκύπταν όλα τα παραπάνω) δεν έχει στο μεταξύ συμβεί;
Η αλήθεια είναι ότι αυτό το παράδοξο στηρίζεται σε ένα απλό εύρημα της δημοσιονομικής πολιτικής, που λέει ότι ο πληθωρισμός δεν κάνει κακό στο δημόσιο αν έχεις βάλει μπροστά την μηχανή που τον μετατρέπει σε πηγή φορολογικών εσόδων…
Στην πραγματικότητα αυτή η δημοσιονομική υπεραπόδοση, όπως προαναφέραμε, δεν προκύπτει από άλματα στην παραγωγικότητα, την μεταποίηση, τις εξαγωγές και έτσι την διεύρυνση της φορολογικής βάσης, αλλά από την επίμονη ακρίβεια, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των δημοσίων εσόδων μέσω της έμμεσης φορολογίας. Με απλά λόγια, όπως έχουμε επισημάνει αρκετές φορές από αυτές τις γραμμές, καθώς οι τιμές σε τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια και βασικά αγαθά παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ο εφιαλτικά υψηλός ΦΠΑ και ο ΕΦΚ αποδίδουν πολύ περισσότερα έσοδα, επιβαρύνοντας με ακραία ανισομερή τρόπο τα χαμηλά και μικρομεσαία εισοδήματα.
Η «εικόνα» αυτή γίνεται ακόμα πιο καθαρή αποκαλύπτοντας ένα μηχανισμό μεταφοράς «πλούτου», από το γεγονός ότι τα καθαρά έσοδα του προϋπολογισμού, παρά τις υπερβάσεις στους φόρους, εμφανίζονται μειωμένα κατά 921 εκατ. ευρώ έναντι στόχου, λόγω υστερήσεων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και αστοχιών σε άλλους τομείς όπως τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις κ.λ.π. Και να σκεφτεί κανείς ότι την ίδια στιγμή, οι δημόσιες δαπάνες εμφανίζονται σημαντικά χαμηλότερες από τις προβλέψεις, κυρίως λόγω υποεκτέλεσης μεταβιβάσεων κ.λ.π.
Δηλαδή λιγότερα συνολικά έσοδα παρά την τεράστια αύξηση ρεκόρ των εσόδων από φόρους – κυρίως έμμεσων – και μείωση των δαπανών.
Το αποτέλεσμα είναι αυτή η στρεβλή δημοσιονομική εικόνα που είναι «εξαιρετική» στα χαρτιά, αλλά στηρίζεται σε μια πραγματικότητα όπου τα νοικοκυριά συνεχίζουν να ασφυκτιούν από την διπλή μέγγενη της ακρίβειας και της έμμεσης φορολογίας. Η υπεραπόδοση του Προϋπολογισμού μέσω της υπεραπόδοσης των εσόδων, δεν αντανακλά την βελτίωση της Οικονομίας αλλά την σταθερά αυξανόμενη σιωπηρή μέσω των έμμεσων φόρων, αφαίμαξη των πολιτών.
Αυτό που μπορούμε να «δούμε» εδώ είναι ότι η εκτέλεση του Προϋπολογισμού του 2025 – όπως και του 2024 – αναδεικνύει ένα δημοσιονομικό σχήμα μέσα από το οποίο το κράτος ενισχύει τα ταμεία του, αλλά η προϋπόθεση γι’ αυτό είναι η σταθερή διολίσθηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των πολιτών με μικρομεσαία και χαμηλά εισοδήματα. Αυτό όμως είναι ένα «σχήμα» που θα μπορούσε να είναι και ο ορισμός του αδιέξοδου, καθώς η οικονομική σταθερότητα υπονομεύει «σταθερά» την οικονομική επιβίωση των νοικοκυριών. Και την πολιτική σταθερότητα…
