Site icon NewsIT
09:22 Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Οι «επικίνδυνες» αλλαγές που έχει προκαλέσει το Ταμείο Ανάκαμψης στην εγχώρια οικονομία και οι… συνέπειες

Stock market finance business, economy trend graph digital technology.

Φωτογραφία iStock

Οι τελικοί αριθμοί απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης καθώς κλείνει πλέον η περίοδος χρηματοδότησης, καταγράφουν ασφαλώς πολύ υψηλή απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων, τόσο στο σκέλος των δωρεάν επιχορηγήσεων, όσο και σε εκείνο το δανείων.

Τα συνολικά ποσά (περί τα 35 δις ευρώ) μαζί με τους τραπεζικούς και ίδιους πόρους που κινητοποίησαν στην βάση των συμβασιοποιήσεων που έχουν επιτευχθεί αγγίζει το τεράστιο μέγεθος του 25% περίπου του εγχώριου ΑΕΠ.

Αν το δει κανείς με «ποσοτικούς» όρους είναι μια πρωτοφανής σε μέγεθος οικονομική ένεση στην εγχώρια οικονομία σε χρόνο σχεδόν ανάλογο με εκείνο της «καταστροφής» (περίπου του 25% του ΑΕΠ) που είχε προκαλέσει η πολιτική των τριών μνημονίων.

Αλλά μόνο με ποσοτικούς όρους, για να μη παρεξηγηθούμε…

Ακριβώς στο σημείο αυτό όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό το τεράστιο σε μέγεθος ποσοτικό «σπρώξιμο» στην εγχώρια οικονομία έχει προκαλέσει μια ασύμμετρη κατανομή πόρων και χρηματοδοτικών προνομίων που κατά πως φαίνεται απειλεί να καθορίσει τη χρηματοδοτική δυναμική «διάσπαση» της οικονομίας για τα επόμενα χρόνια.

Η συγκέντρωση των χορηγήσεων σύμφωνα με τον απολογισμό του Ταμείου έχει απορροφηθεί σε ενέργεια, τουρισμό και μία όχι και τόσο «ορατή» ακόμα, κατανομή στην βιομηχανία. Αυτή η χρηματοδοτική «συγκέντρωση» διαμορφώνει έναν «πυρήνα» κλάδων της οικονομίας που, έχοντας ήδη απορροφήσει το «φθηνότερο» δυνατό κεφάλαιο της περιόδου, όσο διαρκούσε η κανονική περίοδος απορρόφησης από το Τ.Α., τώρα – μετά το κλείσιμο της κανονικής περιόδου – μπαίνει στη ακόμα πιο πλεονεκτική φάση, στην οποία αφ’ ενός θα συνεχίσει η εκταμίευση των φθηνών δανείων που είχαν συμβασιοποιηθεί και αφ’ ετέρου της αποπληρωμής με πλεονέκτημα κόστους μη συγκρίσιμο (για την ακρίβεια εξαιρετικά δυσανάλογο) προς την υπόλοιπη οικονομία.

Το πλεονέκτημα αυτό αποκτά ακόμα μεγαλύτερο βάρος και σημασία μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ακρίβεια παραμένει σαν βασική επίμονη τάση.

Η εγχώρια οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει πληθωρισμό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με την ενεργειακή συνιστώσα να αποτελεί βασικό μοχλό της απόκλισης. Και τίποτα σ’ αυτό το μέτωπο δεν φαίνεται ότι μπορεί να… βελτιωθεί. Το αντίθετο μάλιστα.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το κόστος χρήματος για όσους δανείζονται με όρους της αγοράς, δεν προσδιορίζεται μόνο από το επιτόκιο της ΕΚΤ. Ενσωματώνει και ένα πρόσθετο ασφάλιστρο κινδύνου, ένα … καπέλο, έναντι του πληθωρισμού που οι τράπεζες μετακυλούν στην τιμολόγηση των νέων δανείων. Με άλλα λόγια οι δικαιούχοι του ΤΑ, μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, αντίθετα με όλους τους άλλους που επιδιώκουν ή ακόμα χειρότερα εξαρτώνται από την αγοραία χρηματοδότηση, έχουν «κλειδώσει» ή συνεχίζουν να «κλειδώνουν» κεφάλαιο με επιτόκια που παραμένουν ουσιαστικά έξω από αυτή τη αυξητική δυναμική.

Αυτό σε πραγματικούς όρους – δηλαδή αν αφαιρεθεί ο πληθωρισμός- μεταφράζεται σε ακόμη μεγαλύτερο χάσμα «κόστους κεφαλαίου» απ’ όσο δείχνει η ονομαστική σύγκριση των επιτοκίων.

Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής για την εγχώρια οικονομία διάσπαση όσο αφορά στο κόστος χρηματοδότησης.

Πράγμα που ισοδυναμεί με μία στρέβλωση που δεν έχει αξιολογηθεί ως προς τις συνέπειές της.

Οι επιχειρήσεις εκτός χρηματοδότησης ΤΑ, όχι μόνο δανείζονται ακριβότερα, αλλά το κάνουν (όταν τους δίνουν λεφτά οι τράπεζες) σε μια συγκυρία όπου η ακρίβεια πιέζει ήδη το λειτουργικό τους κόστος. Συνέπεια; Ακόμα μεγαλύτερος περιορισμός στα περιθώρια κέρδους ακριβώς τη στιγμή που θα χρειάζονταν μεγαλύτερη δανειοδοτική ευχέρεια.

Για κλάδους με στενά περιθώρια, όπως η μεταποίηση, η σώρευση αυτών των δύο πιέσεων, αφ’ ενός το ακριβό κεφάλαιο και αφετέρου οι ακριβές εισροές, λειτουργεί συσσωρευτικά, απειλώντας να μετατρέψει μια αρχικά συγκυριακή ανισότητα πρόσβασης σε μόνιμη διαφοροποίηση ανταγωνιστικότητας.

Μία οικονομία, δύο τάσεις, με εξαιρετικά διαφορετική σε επίπεδο χρηματοδότησης… τύχη.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι σ’ αυτή την «διάσπαση», όσο αφορά στην χρηματοδότηση ανάμεσα στους τυχερούς του ΤΑ και στους… άτυχους που πρέπει να πέσουν στα χέρια των τραπεζών, έχει διαμορφωθεί ένα πλαίσιο από χρηματοδοτικά «μαξιλάρια» που όμως μένει να δοκιμασθεί για το αν μπορεί να καλύψει το κενό.

Αναφερόμαστε στο ρόλο που επιχειρεί να παίξει η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, με την πρόσφατη πιστοποίηση Pillar Assessment και τη διαχείριση των περίπου 2 δισ. ευρώ που προικοδοτήθηκαν από το ΤΑ, μια εξέλιξη που δημιουργεί έναν θεσμικό δίαυλο με στόχο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έμειναν εκτός της φάσης χρηματοδότησης από το ΤΑ. Σε συνδυασμό με το ελληνικό σκέλος του InvestEU και τις γραμμές της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, το «σύστημα» φαίνεται να αναγνωρίζει εκ των προτέρων τον κίνδυνο δημιουργίας μόνιμου χάσματος και επιχειρεί να τον αμβλύνει θεσμικά.

Αλλά τα μεγέθη προφανώς είναι πολύ – πολύ διαφορετικά και η «διάσπαση» στο μεταξύ πολύ μεγάλη.

Επιπλέον το κρίσιμο ερώτημα παραμένει, για το αν αυτοί οι νέοι «μηχανισμοί» θα διαθέτουν την κλίμακα και την ταχύτητα ενεργοποίησης που είχε το ΤΑΑ. Ή αν, μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η ακρίβεια συνεχίζει να διαβρώνει τα περιθώρια των επιχειρήσεων εκτός προνομιακής χρηματοδότησης, η «διπλή ταχύτητα» (ή η διάσπαση μέσα στην οικονομία) θα παγιωθεί προτού οι αντισταθμιστικοί δίαυλοι αποκτήσουν πραγματικό ρόλο και αποτελεσματικότητα…

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version