Στο τέλος αυτής της εβδομάδας είναι όπως κάθε χρόνο η πολυαναμενόμενη συνάντηση των κεντρικών τραπεζών στις ΗΠΑ, στο Jackson Hole, στην οποία ο εκάστοτε επικεφαλής της Κεντρικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, «μιλάει» και … εξηγεί την νομισματική πολιτική που έχει ακολουθηθεί μέχρι σήμερα, αλλά κυρίως προειδοποιεί για το πως θα κινηθεί στο άμεσο μέλλον. Με λίγα λόγια είθισται να «εξηγεί» τι θα γίνει με τα επιτόκια και το δολάριο. Κινήσεις από τις οποίες εξαρτάται σε τελική ανάλυση και η πολιτική των άλλων κεντρικών τραπεζών, που καταλήγουν να “ορίζουν” το κόστος του χρήματος διεθνώς.
Φέτος η προσμονή για την κρίσιμη αυτή στιγμή στα διεθνή οικονομικά, με την αβεβαιότητα να κυριαρχεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, έχει ενα επιπλέον ενδιαφέρον, καθώς αυτός που θα πρέπει να «μιλήσει» είναι για πρώτη φορά στην θέση αυτή ως επικεφαλής της Fed, ο εκλεκτός του Τράμπ, ο κ. Κέβιν Γουάρς.
Οι προβλέψεις, όπως είναι φυσικό δίνουν και παιρνουν, καθώς ο νέος πρόεδρος της Fed, έχει ενα σταθερό παρελθόν τραπεζίτη με μεγάλη… απέχθεια για τον πληθωρισμό, αλλά παραμένει διορισμένος από ενα πρόεδρο που θέλει με κάθε τρόπο την μείωση και όχι την αύξηση των επιτοκίων.
Ως εκ τούτου όλοι οι αναλυτές και τραπεζίτες του ιδιωτικού τομέα κρέμονται από τα χείλη του για τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά ο ίδιος μέχρι τώρα δεν δείχνει οτι θεωρεί τον εαυτό του υποχρεωμένο να προειδοποιεί τις αγορές για την πολιτική που θα ακολουθήσει στην Fed.
Αυτό αναμφίβολα «εξυπηρετεί» την δυσκολία του να ισορροπήσει, χωρίς να δημιουργήσει προβλήματα, ανάμεσα στις προσδοκίες των αγορών που βλέπουν τον πληθωρισμό να παραμένει υψηλότερα των ορίων μία ουδέτερης πολιτικής τα τελευταία πέντε χρόνια, χωρίς ενδείξεις υποχώρησης και την απαίτηση της Ουάσιγκτον για μείωση των επιτοκίων από την άλλη πλευρά.
Και οι προβλέψεις δίνουν και παίρνουν με τα στοιχήματα να κλίνουν προς το παρόν ελαφρά προς την πρόβλεψη μιας πολύ προσεκτικής και όχι βιστικής μικρής αύξησης του κόστους του χρήματος.
Πέραν όμως των εικασιών και των προβλέψεων φαίνεται ότι υπάρχει και η… πραγματικότητα.
Αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική στο επιπεδο της δημοσιονομικής αλλά και νομισματικής πολιτικής των ΗΠΑ, καθώς συμβαίνουν τρομερά πράγματα που δεν έχουν ξανασυμβεί όχι μόνο σε καιρούς ειρήνης (αν αυτό ισχύει τώρα…) αλλά και σε καιρούς πολέμου.
Δεν είναι μόνο ότι το αμερικανικό δημόσιο χρέος κινείται, όπως όλοι πλέον γνωρίζουν, δυναμικά… πάνω από τα 40 τρις δολάρια και συνεχίζει να αυξάνεται. Είναι – πολύ χειρότερο – και το γεγονός ότι το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους έχει αγγίξει σαν δημοσιονομικό μέγεθος, τον συνολικό όγκο των δημοσίων εσόδων (!) στον ετήσιο προϋπολογισμό, εκτινάσσοντας τα ελλείμματα της Γενικής Κυβέρνησης σε επίπεδα που κάνουν πλέον τους δανειστές – διεθνώς – του αμερικανικού δημοσίου να ζητούν «καπέλο» για να συνεχίσουν να δανείζουν το αμερικανικό έλλειμμα.
Όταν αυτό συμβαίνει στις ΗΠΑ επεκτείνεται σε κάθε οικονομία που είναι άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένη άρρηκτα μαζί της Και κάπως έτσι είχαμε τον τελευταίο καιρό την εκτίναξη σε ύψη που θυμίζουν την κρίση χρέους του 2007 – 2008 για τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων, αλλά και για τα ομόλογα όλων σχεδόν των χωρών του G-7…
Και εδώ ερχόμαστε πλέον στο «καυτό σημείο».
Πως μπορεί να εγγυηθεί κανείς ενα χρέος που γίνεται κολοσσιαίο και δείχνει ολοένα και πιό δύσκολο να αποπληρωθεί ή έστω να αναχρηματοδοτηθεί;
Η απάντηση στη οικονομία ιστορία του συστήματος είναι σαφής. Με δύο μόνο τρόπους, είτε με την κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας και του ΑΕΠ, είτε με το … έρποντα πληθωρισμό και την διολίσθηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος.
Οπως έχει εξηγηθεί από όλους τους ειδήμονες αναλυτές η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί στο ορατό μέλλον να στηρίξει μία θετική απάντηση στην πρώτη εκδοχή.
Η δεύτερη εκδοχή αυτή της διατήρησης ενός ελεγχόμενου πληθωρισμού που απαξιώνει το χρέος και την εξυπηρέτησή του με την σιωπηρή μεταφορά «αξίας» και πραγματικού εισοδήματος από τους παραγωγούς «αξιών» στο δημόσιο χρέος με την βοήθεια και της διολίσθησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος, παραμένει εδώ και πέντε χρόνια σε σιωπηρή… εφαρμογή. Κατα πως φαίνεται από την μέχρι στιγμής συμπεριφορά τόσο του νέου προέδρου της Fed, όσο και του νέου ΥΠΟΙΚ του κ. Μπέσσεντ, ακολουθείτε σιωπηρά αυτή η γραμμή ότι και αν λένε ή δηλώνουν σχετικά, είτε για τα επιτόκια, είτε για το δολάριο.
Με άλλα λόγια για να μη σας κουράζουμε με εικασίες περί του τι θα πεί ο νέος πρόεδρος της Fed, ας προσέξουμε τι συμβαίνει με το αμερικανικό χρέος και ας κοιτάξουμε προσεκτικά το ακριβώς έχουν κάνει, ανεξάρτητα από το τι έχουν πει ή θα συνεχίσουν να λένε στο μέλλον οι κ. Γουάρς και Μπέσσεντ. Το «φάρμακο» του πληθωρισμού και της σιωπηρής διολίσθησης του δολαρίου παραμένει η βασική τους «πολιτική» από τις αρχές του χρόνου πέρα από τον «θόρυβο» που προκαλούν οι δασμολογικοί καυγάδες του Τράμπ σ’ ολόκληρο τον πλανήτη.
Το δύσκολο με την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής είναι να την κρατήσεις αφ’ ενός μέσα σε ελεγχόμενα όρια και αφ’ ετέρου να πείσεις τους ψηφοφόρους σου οτι δεν φταις εσύ γι’ αυτό…
Αν θέλουμε ένα παράδειγμα εφαρμογής αυτής της «γραμμής» μπορούμε, τηρουμένων των αναλογιών βέβαια, να δούμε την πορεία της οικονομίας στην Ελλάδα η οποία και το χρέος της το «μειώνει» με τον τρόπο αυτό αλλά και τις κοινωνικές αντιδράσεις προσπαθεί να «διαχειρίζεται» σχετικά με αυτό.
Βέβαια μια τέτοια σιωπηρή «γραμμή» νομισματικής πολιτικής στις ΗΠΑ, σημαίνει αύξηση των πιέσεων στο εξωτερικό οικονομικό περιβάλλον της. Και μάλιστα πολύ μεγαλύτερη από ότι μπορούν να δημιουργήσουν οι δασμοί ή οποιαδήποτε άλλη σχετική παρέμβαση…
Όλα αυτά, ανεξάρτητα από το τι θα «χρειαστεί» να πει την Παρασκευή ο νέος πρόεδρος της Fed.
Αυτός άλλωστε είναι ένας βασικός λόγος για το οποίο η Κίνα πέραν όλων των άλλων έχει αρχίσει να εδραιώνει με πολύ διακριτικό, αλλά και ουσιαστικό τρόπο την επιτόπου παρουσία της στο εσωτερικό της Ε.Ε. τόσο στην αυτοκινητοβιομηχανία, στην ενέργεια (ΑΠΕ), αλλά και – τώρα μέσω της Deutsche Bank – στο χρηματοπιστωτικό της σύστημα.
