Το «κλείσιμο» της εβδομάδας αυτής ίσως αποδειχθεί εξαιρετικά «σημαδιακό» για την επόμενη περίοδο.
Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες εβδομάδες το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών υποχρεώνεται σε παρεμβάσεις προκειμένου να σταθεροποιήσει μια κατάσταση που από όλες τις πλευρές έχει να κάνει με την διασφάλιση της αξιοπιστίας του γιγάντιου πλέον αμερικανικού δημόσιου και ιδιωτικού χρέους.
Η πρώτη παρέμβαση μετά από πολλές δεκαετίες ήταν για να σταματήσει η ραγδαία υποτίμηση του γιέν έναντι του δολαρίου, κάτι που θα μπορούσε να προκαλέσει μια χωρίς προηγούμενο ζημιά (sell off) στα αμερικανικά ομόλογα. Τότε ο κ. Μπέσσεντ επανέφερε και επέκτεινε την χρήση ενός νομισματικού εργαλείου (FIMA) για τις ιαπωνικές τράπεζες προκειμένου να μη ξεμείνουν από δολάρια και αρχίσουν να πουλάμε αμερικανικά ομόλογα. Τώρα το Υπουργείο Οικονομικών επανήλθε και ανακοινώσε ότι θα επαναγοράσει κρατικά ομόλογα καθώς οι κανονικοί αγοραστές τους απαιτούσαν πλέον πολύ μεγαλύτερες αποδόσεις για να ανταποκριθούν στις αγορές αμερικανικών ομολόγων. Ούτε αυτό όμως τελικά ήταν αρκετό και όπως με το FIMA ο κ. Μπέσσεντ ανακοίνωσε ότι αυτό δεν θα είναι εφάπαξ αλλά θα το συνεχίσει όσο… πάει.
Αλλά όπως σχολίασαν κάποιοι αμερικάνοι αναλυτές αυτή η επαναγορά από πλευράς αμερικανικού δημοσίου «είναι σαν να πληρώνεις την δόση του δανείου σου με την πιστωτική σου κάρτα…».
Δεν θα μπορούσε να περιγράψει κανείς καλύτερο αυτό τον φαύλο κύκλο χρέους που έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ, αλλά και σ’ ολόκληρο το σύστημα τις τελευταίες ημέρες. Θα ήταν χρήσιμο να δούμε τι έχει ακριβώς συμβεί πριν δούμε το γιατί. Και τι… ακολουθεί.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια για πρώτη φορά, αφού διογκώθηκε κατά το ένα τρίτο σε λιγότερο από πέντε χρόνια. Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ «κατέγραψε» τον Ιούλιο έλλειμμα 432,3 δισ. δολαρίων, το υψηλότερο μηνιαίο έλλειμμα από τον Μάρτιο του 2021.
Την ίδια στιγμή όμως οι εκδόσεις εταιρικού χρέους κινούνται φέτος σε όγκους ρεκόρ. Εχουν ήδη ξεπεράσει το 1,7 τρισ. δολάρια, που σημαίνει αύξηση κατά περίπου 27% σε σχέση με πέρυσι. Οι Big Tech δανείζονται μαζικά για να χρηματοδοτήσουν την επέκταση της έρευνας και των υποδομών τους (Data Centers).
Το αποτέλεσμα αυτής της διπλής, δημόσιας και ιδιωτικής, έκρηξης δανεισμού, είναι μια πρωτοφανής προσφορά ομολόγων που όμως έρχεται να συναντήσει το επενδυτικό «κοινό» σε ένα περιβάλλον αυξημένης αμφισβήτησης και ανησυχίας για την βιωσιμότητα αυτού που συμβαίνει. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι αποδόσεις των ομολόγων εκτινάσσονται στα ύψη.
Τα 30ετή αμερικανικά ομόλογα έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, τα γαλλικά στο υψηλότερο από το 2008 και τα γερμανικά σε επίπεδα του 2011, ενώ τα βρετανικά gilts πλησίασαν το 6% και τα ιαπωνικά είναι σε ιστορικά υψηλά.
Οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις απαντούν στην πίεση αυτή με το μοναδικό όπλο που προς το παρόν «ελέγχουν» την έκδοση χρήματος με την μορφή νέου χρέους για να εξυπηρετηθεί το παλιό και μαζί του τα νέα ελλείμματα ή οι νέες επενδύσεις. Καταφεύγουν σιωπηρά σ’ αυτό που αποκαλούμε «νομισματικό πληθωρισμό». Κάπως έτσι ο αμερικάνος αναλυτής ειρωνεύθηκε τον κ. Μπέσσεντ λέγοντας ότι αυτό που κάνει «είναι σαν να πληρώνεις την δόση του δανείου σου με την πιστωτική του κάρτα η οποία βέβαια έχει πολλαπλάσιο επιτόκιο…».
Κάπου εδώ όμως έρχεται ο πληθωρισμός να εμφανισθεί σαν κομβικό στοιχείο των εξελίξεων.
Το φαινόμενο που λίγο πριν περιγράψαμε με το αμερικάνικο ΥΠΟΙΚ, είναι η εμπειρική επιβεβαίωση του γεγονότος, νομισματικός πληθωρισμός εμφανίζεται όταν ο ρυθμός διόγκωσης του χρήματος και των τίτλων χρέους που λειτουργούν ως υποκατάστατά του στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ξεπερνούν ανεξέλεγκτα τον ρυθμό δημιουργίας πραγματικών αξιών μέσα από την παραγωγική διαδικασία.
Το δημόσιο χρέος «εκτοξεύεται» για να καλύψει τόκους και μεταβιβαστικές πληρωμές, αλλά δεν αντιστοιχεί αναλογικά σε νέα παραγόμενη αξία. Είναι, στην ουσία, η μελλοντική διεκδίκηση απαιτήσεων επί των παραγόμενων αξιών και των κερδών που θα (πρέπει) να προκύψουν, αλλά που δεν έχουν ακόμη παραχθεί.
Το ίδιο ισχύει, σε μεγάλο βαθμό, και για τον εταιρικό δανεισμό που τροφοδοτεί την επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Πρόκειται για «κεφάλαιο» που κινητοποιείται με την προσδοκία μελλοντικής απόδοσης, χωρίς να αντιστοιχεί, προς το παρόν, σε ισόποση διεύρυνση της πραγματικής παραγωγικής βάσης.
Η αγορά ομολόγων, λειτουργεί δηλαδή σαν μηχανισμός τιμολόγησης αυτού του κινδύνου. Απαιτεί υψηλότερη αποζημίωση για να χρηματοδοτήσει αυτή την ραγδαία διόγκωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, που δεν συνοδεύεται προς το παρόν από ανάλογη αύξηση παραγωγικότητας.
Που πάει να πεί δηλαδή οτι το ομολογιακό sell-off και οι αντιδράσεις του αμερικανικού ΥΠΟΙΚ, τόσο με την περίπτωση της Ιαπωνίας και την χρήση της FIMA, όσο και με τις ξαφνικές επαναγορές ομολόγων, δεν είναι παρά η αντανάκλαση της ίδιας αντίφασης που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Ή για να το πούμε αλλιώς, η κεφαλαιαγορά αναγνωρίζει, έστω και σιωπηρά, ότι η ποσοτική επέκταση των απαιτήσεων επί μελλοντικά (και αμφίβολα) παραγόμενου πλούτου, έχει σχεδόν «αποσυνδεθεί» από τη δυνατότητα της πραγματικής οικονομίας να τις… εξυπηρετήσει.
Θα μπορούσε να πεί κανείς ότι αυτό θυμίζει την ιστορία με τα περιβόητα subprime loans του 2008 και την κρίση χρέους. Με την διαφορά πως αυτή την φορά μιλάμε για κρίση χρέους…. αστρικών διαστάσεων.