Για άλλη μια φορά από τις γραμμές αυτές είμαστε υποχρεωμένοι να «σχολιάσουμε» τις κυβερνητικές δηλώσεις όσο αφορά το ποιός συνεχίζει, παρά τον πληθωριστικό ορυμαγδό που απομειώνει σταθερά το διαθέσιμο εισόδημα, «να βγάζει το φίδι από την τρύπα» στα δημόσια οικονομικά της χώρας.
Τα απολογιστικά στοιχεία για τα δημόσια έσοδα του επταμήνου Ιανουαρίου – Ιουλίου, επιβεβαιώνουν για άλλη μία φορά ότι η προοδευτική φορολόγηση του παραγόμενου πλούτου στην χώρα που λέγεται Ελλάδα, είναι… άγνωστη υπόθεση.
Για άλλη μια φορά η πραγματικότητα των στοιχείων αποκαλύπτει ότι η οριζόντια ληστρική αφαίμαξη των εισοδημάτων μέσω των υψηλών συντελεστών του ΦΠΑ και του ΕΦΚ, παραμένει το βασικό έσοδο του ελληνικού δημοσίου. Στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου σε σύνολο εσόδων λίγο πάνω από τα 42 δις ευρώ, τα μισά περίπου, δηλαδή το 50% των εσόδων προέρχεται από τα έσοδα του ΦΠΑ και του ΕΦΚ που στο άθροισμά τους αγγίζουν τα 22 δις ευρώ.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι το ποσοστό αυτό των έμμεσων φόρων σε σχέση με τους άμεσους φόρους που αφορούν στην φορολογία εισοδήματος σταθερά σχεδόν παρουσιάζει ανοδική τάση η οποία βέβαια συνδέεται με την βελτίωση της αποτελεσματικότητας της είσπραξής του από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Και αυτό με την σειρά του έχει να κάνει με τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων και την εισαγωγή των νέων εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης που προσδιορίζουν τα πεδία στα οποία εντοπίζεται η πιθανότητα φοροαποφυγής.
Με άλλα λόγια, η ικανότητα είσπραξης των έμμεσων φόρων έχει αυξηθεί κατακόρυφα με αποτέλεσμα οι πολύ υψηλοί – ληστρικοί – συντελεστές ΦΠΑ και ΕΦΚ να αποδίδουν πολύ περισσότερα έσοδα. Αυτό από μόνο του καταρρίπτει τα παλιότερα επιχειρήματα που δικαιολογούσαν τους υψηλούς συντελεστές με την εισπραξιμότητα του φόρου.
Οι διαφορές με τις άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης, ως προς την εκμετάλλευση των έμμεσων φόρων είναι από μη συγκρίσιμες έως … τραγικές. Ακόμα και ανάμεσα στις οικονομίες της Νότιας Ευρώπης που διατηρούν μία «προτίμηση» στους υψηλότερους συντελεστές έμμεσων φόρων, η Ελλάδα παραμένει ασύγκριτα η πλέον άδικη απέναντι στα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα μέσω της οριζόντιας φορολόγησης των έμμεσων φόρων.
Η κατάσταση όμως γίνεται ακόμα πιό ασφυκτική τώρα, καθώς ο πληθωρισμός αυξάνει την «αφαίμαξη» μέσω του ΦΠΑ, χωρίς να υπάρχει ανάλογη ή αντίστοιχη αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, το οποίο καλείται να ανταποκριθεί χωρίς ανάλογη αύξηση. Ακόμα και στις περιπτώσεις που «αυξάνεται» όμως το διαθέσιμο εισόδημα (π.χ. κατώτατος μισθός ή αυξήσεις), η αύξησή του είναι πολύ μικρότερη και ασφαλώς καθυστερεί όταν γίνεται, σε σχέση με την διαρκή «σιωπηρή» αύξηση της αφαίμαξης λόγω του πληθωρισμού. Ο οποίος βέβαια πληθωρισμός μέσω του υψηλού ΦΠΑ ενισχύεται ακόμα περισσότερο (!) μέσα από τον φαύλο κύκλο της παραγωγικής και κυρίως εμπορικής ανατίμησης.
Η σκοπιμότητα της φορολογικής πολιτικής αποκαλύπτεται όμως και σε ενα άλλο μέτωπο ξεκάθαρης αδικίας, αυτό της φορολόγησης μέσω των πάλαι ποτέ «τεκμηρίων», ήτοι της τεκμαρτής δαπάνης, η οποία παρά την τεχνολογική βελτίωση της λειτουργίας του φορολογικού συστήματος εξακολουθεί αδικαιολόγητα να εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα !
Και όπως έχουν παρατηρήσει, άλλοι συνάδελφοι πολύ περισσότερο εξοικειωμένοι και γνώστες του φορολογικού λαβύρινθου, εφαρμόζεται αποκλειστικά και μόνο στα εισοδήματα των ατομικών επιχειρήσεων, δηλαδή στους αυτοαπασχολούμενους (που είναι κυρίως πρώην μισθωτοί που έχουν απολυθεί, κ.λ.π). Και αυτό συμβαίνει ακόμα και σήμερα που η Τεχνητή Νοημοσύνη αποδεικνύεται ικανή να διακρίνει «ψύλλο στα άχυρα» της φοροδιαφυγής ακόμα και στους έμμεσους φόρους.
Για να ολοκληρώσουμε λοιπόν, πράγματι στο επτάμηνο Ιανουαρίου – Ιουλίου επιβεβαιώνεται η ικανότητα της εγχώριας οικονομίας όχι μόνο να διατηρεί, αλλά και να αυξάνει την «παραγωγή» πλεονασμάτων που είναι απαραίτητα για την εκπληκτικά σταθερή μείωση του χρέους σε εξαιρετικά δύσκολους καιρούς. Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε, αυτό το «πλεόνασμα» παράγεται από την πληθωριστικά αυξανόμενη αφαίμαξη εισοδημάτων που έχει ξεπεράσει το όριο αντοχής των ανθρώπων που παράγουν για να επιβιώσουν.
Ας σκεφτούν λιγάκι οι υπεύθυνοι αυτής της «γραμμής» ότι ο… Χότζας κατάφερε τελικά να μάθει τον γάιδαρό του να μη τρώει, αλλά αυτός τότε «ψόφησε».
Ας μη ξεχνάμε ότι είμαστε ήδη σε προεκλογική περίοδο.
