Ασφαλώς το γεγονός των ημερών δεν είναι άλλο από το διεθνές sell off στις αγορές των ομολόγων. Και δικαιολογημένα έχει συγκεντρώσει την προσοχή όλων, τόσο των μεγάλων «οφειλετών», όσο και των «καλοπληρωτών».
Γιατί; Γιατί όλοι πλέον γνωρίζουν ότι αυτό που κάνει τον κόσμο να εξακολουθεί «να γυρίζει» είναι το χρέος, το οποίο «ακόμα» τιμολογείται σε δολάρια.
Και γιατί σε δολάρια; Γιατί πέρα από τους ιστορικούς λόγους, που έχουν να κάνουν με το πως έληξε ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος και τι ακολούθησε (Μπρέτον Γουντς 1945 και 1971, Συμφωνία στο Plaza το 1985) ο μεγαλύτερος μακράν οφειλέτης του πλανήτη είναι οι ΗΠΑ. Με ένα δημόσιο χρέος της τάξης των 40 τρις. δολαρίων που προσαυξάνεται με περισσότερα από 1,7 τρις. δολ. ετησίως (προς το παρόν).
Σ’ αυτό πρέπει επίσης να προσθέσει κανείς τα (ανεξέλεγκτα σε ποσότητα) τρισεκατομμύρια δολαρίων που προστίθενται στο ιδιωτικό αμερικανικό χρέος με πρωταγωνιστή όπως είναι γνωστό τις Big Tech. Όταν το 1971 (τέλος της σταθερής σχέσης χρυσού – δολαρίου) τέθηκε «θέμα» για το αν αυτό το χρέος θα μπορεί να αναχρηματοδοτηθεί η Σαουδική Αραβία – παρά την κρίση στην Μέση Ανατολή – δεσμεύθηκε να πουλάει πετρέλαιο μόνο σε δολάρια διασφαλίζοντας έτσι την «χρησιμότητά» του σε παγκόσμιο επίπεδο. Και κατά συνέπεια την ικανότητα της Ουάσιγκτον να πουλάει χρέος με την μορφή δολαρίων. Όταν το 1981 ο Πώς Βόλκερ έστειλε τα επιτόκια στα ύψη (18%) για να κόψει την ανεξέλεγκτη άνοδο του πληθωρισμού, όλος ο κόσμος απέκτησε άλλο ένα λόγο να αγοράζει σαν τρελός δολάρια για να μπορεί να αγοράσει αμερικανικό χρέος με διψήφια επιτόκια…
Κάπως έτσι μπήκαμε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης μέσω της απελευθέρωσης της κίνησης κεφαλαίων… Κάπως έτσι επίσης, «καβάλα» πάνω στην κυριαρχία του δολαρίου, ή ακριβέστερα του αμερικανικού χρέους, βρεθήκαμε στην κρίση του 2001 και κυρίως το κραχ του 2007 – 2008 και την κρίση χρέους κατά τα γνωστά.
Μέχρι που μπήκαν και άλλα πράγματα στην μέση, ήρθε η πανδημία, επέστρεψε το θηρίο του πληθωρισμού, ήρθαν οι πόλεμοι και οι γεωπολιτικές αναταραχές που έβαλαν στο τραπέζι μια «παλιά αλήθεια». Την αλήθεια που λέει ότι οι κεντρικές τράπεζες (ακόμα και η Fed), όσο χρήμα και να «τυπώσουν» (γιατί αυτό κάνουν με την αύξηση του χρέους), δεν μπορούν να «τυπώσουν» πετρέλαιο, δεν μπορούν να τυπώσουν φυσικό αέριο, δεν μπορούν να «τυπώσουν» λιπάσματα, δεν μπορούν τέλος πάντων να αγοράσουν αυτά που χρειάζονται αν αυτά τα ελέγχει κάποιος άλλος που, είτε δεν θέλει να πουλήσει, είτε δεν του φτάνουν αυτά που έχει, κ.λ.π.
Και έτσι έχουμε δύο φαύλους κύκλους κρίσης, σαν συγκοινωνούντα δοχεία.
Ο ένας έχει να κάνει με το γεγονός ότι περισσότερο χρέος σημαίνει περισσότερες εκδόσεις ομολόγων για να αναχρηματοδοτήσουν το παλιό χρέος και να καλύψουν τα νέα ελλείμματα. Αλλά οι περισσότερες εκδόσεις ομολόγων απαιτούν περισσότερους αγοραστές. Οι «επενδυτές» αγοραστές όμως απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να εμπιστευτούν τα κεφάλαιά τους. Κάπως έτσι οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν ακόμη περισσότερο το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, κ.λ.π.
Ο άλλος κύκλος της κρίσης έχει να κάνει με το γεγονός ότι όταν λόγω της κρίσης μπαίνει σε αμφισβήτηση (δασμοί, κυρώσεις, πόλεμοι) η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων, ο καθένας προσπαθεί να κρατήσει με υψηλότερα επιτόκια και μέτρα «οικονομικού εθνικισμού» αφ’ ενός τις αποταμιεύσεις του, δηλαδή τα διαθέσιμα κεφάλαιά του, στο εσωτερικό του και αφ’ ετέρου τα εμπορεύματα που παράγει για τον εαυτό του ή έστω μακριά από τον αντίπαλό του με κάθε μέσο (κυρώσεις, πόλεμοι, δασμοί, κ.λ.π.).
Και κάπως έτσι φτάνουμε στην «τρέλα» του να ακούμε ότι ο Τραμπ θέλει να κάνει αμερικανικό έδαφος την Γροιλανδία, τα Στενά του Ορμούζ ή ότι άλλο θα ακούσουμε – ή θα δούμε – σε λίγο καιρό.
Στο μεταξύ όμως οι Ιάπωνες αγοραστές αμερικανικού χρέους βλέπουν ότι εκεί που έχουν φτάσει τα ιαπωνικά επιτόκια δεν χρειάζεται να «τρέχουν» σε επενδύσεις αμερικανικού χρέους με αποτέλεσμα να τίθεται «θέμα» με το γνωστό carry trade. Tο ίδιο και οι ευρωπαίοι ή οι Σαουδάραβες για να μη μιλάμε για τους Κινέζους, αλλά και γενικά το λεγόμενο «ελεύθερο πατρίδας» χρήμα που κυκλοφορεί στους φορολογικούς παραδείσους…
Και από που απομακρύνονται «αυτοί» οι επενδυτές; Τα στοιχεία λένε ότι το sell off αφορά τα ομόλογα δηλαδή το χρέος με τις μεγάλες διάρκειες, από τα δέκα χρόνια και πάνω. Δηλαδή το μη ορατό πλέον μέλλον… Αλλά σ’ αυτές της διάρκειες έχουν αρχίσει να ψάχνουν επενδυτές από όλο τον κόσμο και οι big tech, γιατί και αυτοί χρειάζονται πλέον τρισεκατομμύρια για να επιβιώσουν χρηματοδοτικά μέχρι να αρχίσουν οι μεγάλες (;) αποδόσεις που περιμένουν.
Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν, την ίδια στιγμή που οι κυβερνήσεις των χωρών στρέφονται σε πολιτικές που απαιτούν μεγαλύτερες επενδύσεις (δηλαδή επιπλέον χρηματοδότηση) στην «άμυνα» και στην ενέργεια, πέρα από τα ελλείμματα και το χρέος… Και οι ανταγωνισμού κορυφώνονται σε σημείο θερμής ρήξης.
Και εδώ στην Ελλάδα τι γίνεται; Τι κάνουμε ή έστω τι πρέπει να κάνουμε, με όλα αυτά;
Απλώς καθόμαστε στην άκρη, χωρίς πολύ «φασαρία», διαλέγουμε την πιο αθέατη πλευρά αυτού του …μακελειού και χωνόμαστε όσο πιο βαθιά μπορούμε στην αόρατη πλευρά του φεγγαριού του χρέους, με την «βοήθεια» των ρυθμίσεων της αναδιάρθρωσης του χρέους που έγινε με την Συμφωνία του 2018 (την οποία πληρώσαμε βέβαια πολύ ακριβά). Και δίνουμε εμπιστοσύνη στις αθόρυβες τρίπλες και στους χειρισμούς που κάνει με μεγάλη επιτυχία μέχρι τώρα η διοίκηση του ΟΔΔΗΧ, για να κρατήσει το εγχώριο χρέος έξω από την προσοχή των… λύκων της αγοράς.
Όλα αυτά βέβαια ισχύουν (προς το παρόν) για το δημόσιο χρέος.
Γιατί για το ιδιωτικό χρέος, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Και ακραία, ίσως θα ήταν ακριβέστερο να πούμε, ανεξέλεγκτα επικίνδυνα. Τουλάχιστον για όσους έμειναν έξω από την μοιρασιά του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως επισημάναμε σε πρόσφατο σημείωμα στα Οικονοκλαστικά…
