Τετάρτη, 19 Ιουν.
30oC Αθήνα

Όταν Μανώλης Γλέζος και Λάκης Σάντας κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη

Όταν Μανώλης Γλέζος και Λάκης Σάντας κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη
EUROKINISSI

Σαν σήμερα πριν 83 χρόνια ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας κατεβάζουν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη, μία ενέργεια με συμβολικό χαρακτήρα αλλά και τεράστια απήχηση στο ηθικό των Ελλήνων.

Το τολμηρό και ριψοκίνδυνο σχέδιο γεννήθηκε στο μυαλό του Μανώλη Γλέζου και του Λάκη Σάντα, στις 30 Μαΐου 1941, ένα σούρουπο καθώς αντίκριζαν τον Ιερό Βράχο και δεν δέχονταν να κυματίζει η ναζιστική σημαία στην Ακρόπολη.

Αυτοί οι δύο 19χρονοι φοιτητές, δύο παληκάρια, έκαναν την πρώτη αντιστασιακή πράξη στην Ευρώπη.

«Αυτή η ιστορία δεν ανήκει πλέον σε εμάς, ανήκει στον λαό μας, ανήκει στο έθνος μας» θα πει χρόνια αργότερα ο Μανώλης Γλέζος.

Στα τέλη Μαΐου του 1941 είχε συμπληρωθεί ένας μήνας από την παράδοση της Αθήνας στους Γερμανούς, που ολοκλήρωναν τις επιχειρήσεις τους στην Ελλάδα με την κατάληψη της Κρήτης.

Στην Αθήνα δυο νεαροί φοιτητές ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας πήραν την απόφαση να στείλουν το δικό τους ηχηρό μήνυμα στον κατακτητή, κατεβάζοντας την σβάστικα από τον Ιερό βράχο της Ακρόπολης.

«Επιλέξαμε τη μέρα, που θα κατεβάζαμε τη σημαία, ακριβώς όταν οι Γερμανοί ανήγγειλαν θριαμβευτικά την κατάληψη της Κρήτης και κάθε αντίσταση είχε σταματήσει σ΄όλη τη χώρα» θα πει χρόνια αργότερα στο Βήμα ο Μανώλης Γλέζος. 

Το μόνο που έμενε ήταν να οργανώσουν και να υλοποιήσουν το σχέδιό τους.

Πηγαίνουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη και ενημερώνονται με ό,τι σχετικό αφορά τον Ιερό Βράχο. Στη Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια ανακάλυψαν όλες τις σπηλιές και τις τρύπες της Ακρόπολης.

Γρήγορα, αντιλήφθηκαν ότι η μόνη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να μην γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς φρουρούς ήταν μέσω του Πανδρόσειου Άντρου.

Το πρωί της 30ής Μαΐου 1941 ο Γλέζος και ο Σάντας πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο ότι η Κρήτη είχε πέσει.

Αποφάσισαν να δράσουν το ίδιο βράδυ, έχοντας μόνο ένα φαναράκι και ένα μαχαίρι.

Η ώρα ήταν 9:30 το βράδυ. Η μικρή φρουρά της Ακρόπολης ήταν μαζεμένη στην είσοδο των Προπυλαίων και διασκέδαζε με νεαρές παρουσίες.

Αποφασισμένοι πήδηξαν τα σύρματα, σύρθηκαν έως τη σπηλιά του Πανδρόσειου Άντρου και άρχισαν να σκαρφαλώνουν από τις σκαλωσιές που είχαν φτιάξει οι αρχαιολόγοι για τις ανασκαφές.

Φθάνοντας σε απόσταση λίγων μέτρων από τον ιστό της σημαίας κι αφού δεν αντιλήφθηκαν κανένα φρουρό, με γρήγορες κινήσεις κατέβασαν από τον ιστό την τεράστια γερμανική σημαία, διαστάσεων 4×2 μ.

Τη δίπλωσαν και την πήραν μαζί τους και ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο απομακρύνθηκαν από την Ακρόπολη, χωρίς και πάλι να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς, που συνέχιζαν τη διασκέδασή τους.

Η γερμανική φρουρά αντιλήφθηκε, προς μεγάλη της έκπληξη, νωρίς το πρωί ότι η σβάστικα έλειπε από τον ιστό.

Το αναπάντεχα ευχάριστο νέο κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα, σε όλη την πρωτεύουσα καθώς οι Αθηναίοι έσπευδαν να μοιραστούν, χαμηλόφωνα, τη χαρά τους.

Η υποστολή της ναζιστικής σημαίας κάτω από τη μύτη του κατακτητή μπορεί να μην έφερε κάποια ουσιαστική αλλαγή στη ζωή των κατακτημένων, ήταν όμως μία κίνηση γεμάτη συμβολισμό που τόνωσε σημαντικά το ηθικό των Ελλήνων.

Δύο ημέρες αργότερα ο Γερμανός φρούραχος δημοσιεύει στον υπό λογοκρισία Τύπο την εξής ανακοίνωση, γράφει το Βήμα.

«Κατά την νύκτα της 31ην Μαΐου υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών.

Διενεργούνται αυστηραί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και συνεργοί αυτών θα τιμωρηθώσι δια της ποινής του θανάτου».

Οι γερμανικές Αρχές, πανικοβλημένες, διέταξαν ανακρίσεις. Στις 11 το πρωί ανάρτησαν μια νέα σημαία στον κενό ιστό.

Γλέζος και Σάντας καταδικάστηκαν ερήμην σε θάνατο, οι άνδρες της φρουράς εκτελέστηκαν, οι Έλληνες διοικητές των αστυνομικών τμημάτων της περιοχής απαλλάχθηκαν από τα καθήκοντά τους, ενώ για τους φύλακες της Ακρόπολης δεν προέκυψε κάποιο ενοχοποιητικό στοιχείο.

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ο Μανώλης Γλέζος συνελήφθη τρεις φορές από τους Γερμανούς, φυλακίστηκε και κατόρθωσε να δραπετεύσει, ενώ ο Λάκης Σάντας ξέφυγε από τους διώκτες του και κατετάγη στον ΕΛΑΣ.

«Έτσι κατεβάσαμε τη σημαία»

Το 1976, «Το Βήμα» δημοσίευσε περισσότερες πληροφορίες για το εγχείρημα, όπως το διηγήθηκαν ο Σάντος και ο Γλέζος.

«Είπαμε να πάμε στην Ακρόπολη να κατεβάσουμε τη σημαία και το κάναμε. Αποφασίσαμε: Ή θα κατεβάσουμε τη σημαία ή θα πεθάνουμε. Τέτοια απόφαση πήραμε. Ξέραμε. Ότι για να προσπαθήσουμε να πάρουμε από τόσους σκληρούς πολεμιστές τη σημαία τους ήταν μεγάλο πράγμα, ήταν θέμα θανάτου.

Καθώς πλησιάζαμε στην σημαία», λέει ο Σάντος, «ρίχναμε πετραδάκια προς τη σκοπιά, ώστε να προκαλέσουμε την αντίδραση του φρουρού – αν υπήρχε. Δεν ήταν εκεί. (…) Διασκέδαζε στα Προπύλαια κι αυτός. Με μικρά άλματα φθάσαμε στη σημαία. Αυτή ήταν δεμένη μ’ ένα συρματόσχοινο σ’ ένα ψηλό ιστό. (…)

Λύσαμε το συρματόσχοινο και προσπαθήσαμε να την κατεβάσουμε. Όμως αυτή σκάλωσε σε κάποιους κόμπους, που δημιουργούσαν πάνω στον ιστό τρία συρματόσχοινα δεμένα με στρόφιγγες. Οι άκρες τους ήταν δεμένες στο έδαφος. Ήταν κάτι σαν γαϊτανάκι».

Στη συνέχεια περιγράφει ότι έκαναν μία προσπάθεια να ανέβουν στον ιστό και να τραβήξουν τη σημαία αλλά ήταν λείος και γλιστρούσαν. Έφθασαν στη σημαία, την τραβούσαν αλλά αυτή δεν κατέβαινε. Η ώρα περνούσε, η κυκλοφορία θα σταματούσε και θα επέστρεφε ο φρουρός.

Είχαν όμως αποφασίσει ότι δεν θα έφευγαν άπραγοι.

«Αποφασίσαμε να σπάσουμε τα συρματόσχοινα. Με τα χέρια και με το μαχαιράκι ξεσφίξαμε τους στρόφιγγες και σπάσαμε το ένα μετά το άλλο τα συρματόσχοινα. Κόψαμε με το μαχαιράκι δύο κομμάτια από τον αγκυλωτό σταυρό, πήρε ο καθένας από ένα ενώ την υπόλοιπη σημαία την κάναμε ένα μπόγο.

Ήταν 12:30 μετά τα μεσάνυχτα.(…) Την πετάξαμε σε ένα λάκκο. Ακούσαμε ένα “μπουμ”, ρίξαμε χώμα και πέτρες, για να τη θάψουμε».

Οι δύο φίλοι έφθασαν στην Αδριανού, από εκεί στην πλατεία Μητροπόλεως, κι από εκεί στην πλατεία του Ψυρρή.

Δεν πέσανε σε περίπολο αλλά τους είδε ένας φρουρός αστυφύλακας και τους ρώτησε ποιοι είναι και γιατί κυκλοφορούν τόσο αργά.

Εκείνοι απάντησαν ότι είναι φοιτητές και ξεχάστηκαν με την ώρα σε ένα φιλικό σπίτι.

Ο Μανώλης Γλέζος είχε πει ότι η δημοσιοποίηση των ονομάτων τους δεν ήταν κάτι που επιδίωξαν, ούτε που ήθελαν.

Πρόθεσή τους ήταν να μείνουν άγνωστοι, να μην μάθει κανείς ποιοι ήταν πίσω από αυτήν την αντιστασιακή πράξη. 

«Η δημοσιότητα, που δόθηκε στο θέμα αυτό ήταν ανεξάρτητη από τη θέλησή μας. (…) Η σκέψη, που κυριάρχησε μέσα μας, όταν η κυβέρνηση και οι άλλοι εγκατέλειπαν το Ελληνικό έδαφος, ήταν να δείξουμε ότι ο αγώνας συνεχίζεται».

Ελλάδα Τελευταίες ειδήσεις