Νεκρός από πυροβολισμούς έπεσε ο 40χρονος Τζόναθαν ΜακΚίνσεϊ, διευθυντής στο τεχνολογικό τμήμα των New York Times, σε χώρο στάθμευσης στην πόλη Ντάμπλιν της Καλιφόρνια, κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, το απόγευμα του Σαββάτου 26 Σεπτεμβρίου. Για την υπόθεση συνελήφθησαν τα πεθερικά του, ένα ζευγάρι 77χρονων.
Μάρτυρες δήλωσαν σε τοπικά μέσα ενημέρωσης ότι άκουσαν μια ομοβροντία πυροβολισμών, πριν δουν το στέλεχος των New York Times στο έδαφος. «Είδα τον άνδρα να πέφτει στο έδαφος: το κεφάλι του και το στήθος του ήταν ματωμένο», δήλωσε ένας εξ αυτών, ενώ η κόρη του ανέφερε πως είδε τους ηλικιωμένους να πλησιάζουν το θύμα, να τον πυροβολούν και μετά να απομακρύνονται «χαλαρά από το σημείο των πυροβολισμών».
Οι αρχές συνέλαβαν λίγο αργότερα τα πεθερικά του, τον 77χρονο Σόουγιονγκ Ζανγκ και την 77χρονη Σίλι Τσεν. Προς το παρόν παραμένει άγνωστο το κίνητρο της πράξης τους.
Ένας αστυνομικός που περνούσε από την περιοχή είδε τον άνδρα πεσμένο στο έδαφος και σταμάτησε για να ερευνήσει, ενώ την ίδια περίπου ώρα οι αρχές δέχονταν κλήσεις στο 911 για πυροβολισμούς. Ο 40χρονος διαπιστώθηκε νεκρός στο σημείο.
Αυτόπτες μάρτυρες υπέδειξαν το ζευγάρι στους αστυνομικούς, ενώ ορισμένοι δήλωσαν ότι είδαν τους δύο να πυροβολούν διαδοχικά τον ΜακΚίνσεϊ και στη συνέχεια να απομακρύνονται από το σημείο.
Οι δύο συλληφθέντες κρατούνται και αντιμετωπίζουν κατηγορίες που περιλαμβάνουν ανθρωποκτονία. Σύμφωνα με τις αρχές, η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί επίσημα το κίνητρο της επίθεσης.
Η δικαστική διαμάχη με τη σύζυγό του
Σύμφωνα με τους New York Times, στο παρελθόν, ο ΜακΚίνσεϊ και η σύζυγός του, Κάντις Τζανγκ, είχαν εμπλακεί σε έντονη δικαστική διαμάχη για την επιμέλεια των παιδιών τους, ενώ και οι δύο είχαν καταθέσει αιτήματα για περιοριστικά μέτρα, καταγγέλλοντας περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας. Παράλληλα, ο ΜακΚίνσεϊ αντιμετώπιζε κατηγορίες για πλημμελήματα που αφορούσαν κακοποίηση και έκθεση παιδιών σε κίνδυνο.
Η Τζανγκ είχε καταγγείλει, μεταξύ άλλων, ότι ο σύζυγός της είχε χτυπήσει τον 6χρονο γιο τους στο πρόσωπο. Σε άλλο περιστατικό, σύμφωνα με αστυνομική έκθεση, οι αρχές είχαν εντοπίσει το 2χρονο παιδί του ζευγαριού μόνο του σε υπνοδωμάτιο του σπιτιού. Ο ΜακΚίνσεϊ είχε δηλώσει αθώος για τις σχετικές κατηγορίες.
Από την πλευρά του, ο ΜακΚίνσεϊ είχε αρνηθεί τις κατηγορίες και είχε καταθέσει δικό του αίτημα για περιοριστικά μέτρα εναντίον της συζύγου του. Στην κατάθεσή του, την κατηγόρησε για κακοποίηση τόσο του ίδιου όσο και των παιδιών τους. Υποστήριξε ακόμη ότι τα πεθερικά του τον είχαν κακοποιήσει και ότι η πεθερά του είχε χρησιμοποιήσει προσβλητικούς χαρακτηρισμούς εναντίον του λόγω της ταυτότητας φύλου του.
Ο ΜακΚίνσεϊ ήταν τρανς. Στην κατάθεσή του τον Δεκέμβριο του 2025 υποστήριξε ότι ο πεθερός του τον είχε χτυπήσει στο στήθος ενώ ανάρρωνε από διπλή μαστεκτομή το 2010. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι η πεθερά του είχε αποκαλέσει τον ίδιο και έναν από τους γιους του «διεστραμμένο» και «τέρας».
Η σύζυγός του είχε καταθέσει από την πλευρά της ότι ο ΜακΚίνσεϊ την είχε ρίξει πάνω σε τραπέζι κατά τη διάρκεια καβγά, προκαλώντας τραυματισμό στην πλάτη της. Τον κατηγόρησε επίσης για συναισθηματική κακοποίηση της μητέρας της. Οι δύο πλευρές είχαν έτσι παρουσιάσει αντικρουόμενες καταγγελίες στο πλαίσιο της δικαστικής διαμάχης τους.
Ο ΜακΚίνσεϊ είχε ενταχθεί στους New York Times το 2023.
