Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ διεκδικεί μια θέση στη Γερουσία των ΗΠΑ στις σημερινές ενδιάμεσες εκλογές ωστόσο τις τελευταίες εβδομάδες έχει βρεθεί στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής αντιπαράθεσης για λόγους που ξεπερνούν κατά πολύ την υποψηφιότητά του. Ο Ντόναλντ Τραμπ τον αποκαλεί «τζιχαντιστή», οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να τον συνδέσουν με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενώ ακόμη και στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος εμφανίζονται απρόθυμα να τον στηρίξουν χωρίς επιφυλάξεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση της Δημοκρατικής βουλευτού του Μίσιγκαν, Χέιλι Στίβενς, η οποία εξέφρασε δημόσια τη στήριξή της στον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο για τη Γερουσία, Μάικ Ρότζερς, λίγες ημέρες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η κίνησή της, πρωτοφανής για τα δεδομένα της προεκλογικής περιόδου, ήρθε έπειτα από τη σύγκρουσή της με τον υποψήφιο του κόμματός της, Αμπντούλ Ελ Σαγέντ. Σε βίντεο που ανάρτησε, η Στίβενς δήλωσε ότι «δεν έχει θέση στην προεκλογική εκστρατεία του Αμπντούλ», κατηγορώντας τον ότι προωθεί ρητορική «μίσους».
Ερωτηθείς για τη δημόσια αποστασιοποίηση της πρώην αντιπάλου του, ο Ελ Σαγέντ, ο οποίος ενδέχεται να γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ, απάντησε ότι δεν «σκέφτεται τη Χέιλι Στίβενς». Όπως είπε, ενδιαφέρεται «λιγότερο για τη μικροπολιτική και περισσότερο για τη δημόσια πολιτική». Η παρέμβαση της Στίβενς προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ. «Ουάου, αυτό είναι εκπληκτικό!», έγραψε στην πλατφόρμα Truth Social, υποστηρίζοντας ότι η βουλευτής είπε «αυτό που λίγοι τολμούν να πουν». Παράλληλα, εξήρε την «αφοσίωση» και το «θάρρος» της, αναφερόμενος και στην επιρροή της σε Εβραίους και Αφροαμερικανούς ψηφοφόρους.
Ο προοδευτικός Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ επικράτησε στη σκληρή εσωκομματική αναμέτρηση των Δημοκρατικών για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, νικώντας τη μετριοπαθή βουλευτή Χέιλι Στίβενς και καταγράφοντας μία από τις σημαντικότερες εκλογικές επιτυχίες της αριστερής πτέρυγας του κόμματος.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η πολιτεία συγκαταλέγεται σε εκείνες όπου το αποτέλεσμα μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τον έλεγχο της Γερουσίας. Ο 41χρονος Ελ Σαγέντ αντιμετωπίζει τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς, διεκδικώντας την έδρα που αφήνει κενή ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Γκάρι Πίτερς, ο οποίος αποχωρεί.
Πέρα από τη μάχη για τη Γερουσία, η υποψηφιότητά του έχει αποκτήσει ευρύτερη πολιτική διάσταση. Για την προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, η εκλογική αναμέτρηση αποτελεί δοκιμασία για το κατά πόσο μια σαφώς προοδευτική ατζέντα μπορεί να προσελκύσει ψηφοφόρους πέρα από τα παραδοσιακά της ακροατήρια. Για τους Ρεπουμπλικανούς, αντίθετα, ο Ελ Σαγέντ έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς στόχους της προεκλογικής τους εκστρατείας.
Το Μίσιγκαν θεωρείται αμφίρροπη πολιτεία, την οποία είχε κερδίσει ο Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024. Η έκβαση της αναμέτρησης αναμένεται, επομένως, να έχει αντίκτυπο όχι μόνο στις ισορροπίες της Γερουσίας, αλλά και στην ευρύτερη πολιτική συζήτηση για την κατεύθυνση του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ποιος είναι ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ
Ο Αμπντούλ Ελ Σαγέντ γεννήθηκε το 1984 στο Μίσιγκαν, από γονείς που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ από την Αίγυπτο. Οι γονείς του χώρισαν όταν ήταν ακόμη μικρός και ο ίδιος μεγάλωσε στην περιοχή του Ντιτρόιτ, μαζί με τον πατέρα και τη μητριά του. Σπούδασε βιολογία και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, συνέχισε τις σπουδές του στην Οξφόρδη με υποτροφία Rhodes και απέκτησε πτυχίο Ιατρικής από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια.

Αντί να ακολουθήσει καριέρα στην κλινική ιατρική, επέλεξε να στραφεί στη δημόσια υγεία. Το 2015 ανέλαβε επικεφαλής της υπηρεσίας υγείας του Ντιτρόιτ, σε μια περίοδο κατά την οποία η πόλη προσπαθούσε να ανασυγκροτήσει τις δημόσιες υπηρεσίες της μετά τη χρεοκοπία. Στη συνέχεια ανέλαβε αντίστοιχη θέση στην κομητεία Γουέιν, όπου βρίσκεται και το Ντιτρόιτ.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του στις δύο αυτές θέσεις ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με προγράμματα πρόληψης, τη διανομή φαρμάκων για την αντιμετώπιση των υπερβολικών δόσεων οπιοειδών, καθώς και πρωτοβουλίες για τη διαγραφή ιατρικών χρεών κατοίκων.
Η ενασχόλησή του με την πολιτική δεν είναι πρόσφατη. Το 2018 διεκδίκησε το χρίσμα των Δημοκρατικών για τη θέση του κυβερνήτη του Μίσιγκαν, έχοντας τη στήριξη του Μπέρνι Σάντερς. Δεν κατάφερε, ωστόσο, να επικρατήσει στις εσωκομματικές εκλογές, καθώς ηττήθηκε από την Γκρέτσεν Γουίτμερ, η οποία στη συνέχεια εξελέγη κυβερνήτρια.
Οκτώ χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην εκλογική μάχη, αυτή τη φορά διεκδικώντας μια θέση στη Γερουσία. Τον Αύγουστο πέτυχε μια σημαντική πολιτική ανατροπή, επικρατώντας στις εσωκομματικές εκλογές της βουλευτού Χέιλι Στίβενς, η οποία διέθετε τη στήριξη ισχυρών κομματικών στελεχών και σημαντικά μεγαλύτερους οικονομικούς πόρους για την προεκλογική της εκστρατεία.
Ο Ελ Σαγέντ στηρίχθηκε σε μια προοδευτική πολιτική ατζέντα, με αιχμή την καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, τη μείωση του κόστους ζωής, την υψηλότερη φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και τον περιορισμό της επιρροής των μεγάλων επιχειρήσεων στην πολιτική. Έχει επίσης ταχθεί υπέρ της κατάργησης της ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE.
Η αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ κλιμακώθηκε στις 25 Οκτωβρίου, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος, μιλώντας σε προεκλογική συγκέντρωση στο Μίσιγκαν, αποκάλεσε τον Ελ Σαγέντ «τζιχαντιστή» και ισχυρίστηκε ότι βρίσκεται «στο πλευρό των τρομοκρατών». Υποστήριξε, μάλιστα, ότι ο Δημοκρατικός υποψήφιος θα έπρεπε να περνά από ανιχνευτή μετάλλων προτού του επιτραπεί η είσοδος στη Γερουσία.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα διακωμωδήσει και το όνομα του υποψηφίου, επιλέγοντας να τον αποκαλεί «Μοχάμεντ», χρησιμοποιώντας το δεύτερο όνομά του.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και έχουν καταγγελθεί ως ρατσιστικές και ισλαμοφοβικές. Μεταξύ όσων επέκριναν τη ρητορική του Αμερικανού προέδρου ήταν και ο Μπισάρα Μπάχμπαχ, ιδρυτής της οργάνωσης «Arab Americans for Trump», ο οποίος είχε συμβάλει στην προσπάθεια του Τραμπ να προσεγγίσει τους Αραβοαμερικανούς ψηφοφόρους στις προεδρικές εκλογές του 2024. Οι δηλώσεις του προέδρου ξεπερνούν τα όρια. Είναι ρατσιστικές», δήλωσε στο Associated Press.
Η σημερινή ρητορική του Τραμπ εναντίον του Ελ Σαγέντ, ωστόσο, έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και σε ανθρώπους που είχαν στηρίξει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο στις προηγούμενες εκλογές.
Η θρησκευτική ταυτότητα του Ελ Σαγέντ δεν είναι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η υποψηφιότητά του προκαλεί έντονες συζητήσεις. Οι θέσεις του για το Ισραήλ και τον πόλεμο στη Γάζα έχουν αναδείξει βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος.
Ο ίδιος έχει χαρακτηρίσει τον πόλεμο στη Γάζα «γενοκτονία» και ζητά να σταματήσει η αμερικανική στρατιωτική βοήθεια προς το Ισραήλ. Παράλληλα, έχει ασκήσει έντονη κριτική στο φιλοϊσραηλινό λόμπι AIPAC, το οποίο δαπάνησε σημαντικά ποσά για να στηρίξει την αντίπαλό του στις εσωκομματικές εκλογές.
Οι θέσεις αυτές έχουν ενισχύσει την απήχησή του σε προοδευτικούς ψηφοφόρους, έχουν προκαλέσει όμως επιφυλάξεις σε τμήμα της εβραϊκής κοινότητας του Μίσιγκαν και σε στελέχη των Δημοκρατικών.Στο πλευρό του έχουν ταχθεί, μεταξύ άλλων, ο Μπέρνι Σάντερς, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτές και ο Μπαράκ Ομπάμα, οι οποίοι έχουν συμμετάσχει σε προεκλογικές εκδηλώσεις για τη στήριξή του.
Μια εκλογή με βλέμμα και στο 2028
Απέναντι στον Ελ Σαγέντ βρίσκεται ο Μάικ Ρότζερς, πρώην βουλευτής και πρώην πράκτορας του FBI, με μακρά παρουσία στην πολιτική σκηνή του Μίσιγκαν. Ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος έχει τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ και διεκδικεί μια έδρα που μέχρι σήμερα ανήκει στους Δημοκρατικούς.
Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών εμφανίζουν τον Ελ Σαγέντ να προηγείται, αν και το εύρος της διαφοράς ποικίλλει ανάλογα με την έρευνα. Σε δημοσκόπηση που δημοσιοποιήθηκε στις 28 Οκτωβρίου συγκέντρωνε 51%, έναντι 44% του Ρότζερς, ενώ άλλες μετρήσεις κατέγραφαν μικρότερη απόσταση μεταξύ των δύο υποψηφίων.
Η αναμέτρηση παρακολουθείται στενά όχι μόνο λόγω της σημασίας της για τον έλεγχο της Γερουσίας, αλλά και επειδή θεωρείται ενδεικτική των πολιτικών προοπτικών των Δημοκρατικών τα επόμενα χρόνια.
Όπως επισημαίνουν οι New York Times, το αποτέλεσμα στο Μίσιγκαν θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά συμπεράσματα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.