Χωρίς σπουδές στα οικονομικά και χωρίς προηγούμενη εμπειρία σε κεντρική τράπεζα, η Κριστίν Λαγκάρντ αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικότητα από την πρώτη στιγμή, κερδίζοντας μάλιστα το ειρωνικό προσωνύμιο «Madame Lagaffe», που παραπέμπει σε γκάφα. Επτά χρόνια αργότερα, αποχωρεί από την ηγεσία της ΕΚΤ έχοντας διαχειριστεί διαδοχικές κρίσεις: την πανδημία, τα ενεργειακά σοκ και την πρωτοφανή έξαρση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη.
Όταν η Κριστίν Λαγκάρντ ανέλαβε τα ηνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) τον Νοέμβριο του 2019, πολλοί αναρωτήθηκαν πώς μια δικηγόρος χωρίς ακαδημαϊκό υπόβαθρο στα οικονομικά και χωρίς εμπειρία στην κεντρική τραπεζική μπορούσε να διοικήσει έναν από τους ισχυρότερους χρηματοπιστωτικούς θεσμούς στον κόσμο. Η ίδια είχε αποκαλύψει αργότερα ότι γνώριζε τόσο λίγα για τον οργανισμό, ώστε όταν αποδέχθηκε τη θέση πίστευε πως η θητεία του προέδρου διαρκούσε πέντε χρόνια και όχι οκτώ.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Όπως αναφέρει το εκτενές δημοσίευμα του Reuters, επτά χρόνια αργότερα, η απάντηση αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από ό,τι περίμεναν οι επικριτές της. Η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της ΕΚΤ κατάφερε να διαχειριστεί αλλεπάλληλες κρίσεις, να γεφυρώσει εσωτερικές αντιπαραθέσεις και να επιβάλει ένα διαφορετικό μοντέλο ηγεσίας, στο οποίο η πολιτική διαπραγμάτευση και η οικοδόμηση συναινέσεων είχαν συχνά μεγαλύτερη σημασία από την τεχνοκρατική αυθεντία.
Η απόφασή της, όμως, να παραιτηθεί πρόωρα, με ισχύ από τις 7 Φεβρουαρίου 2027, αντί να ολοκληρώσει την θητεία της τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, αναδεικνύει το μεγάλο παράδοξο της διαδρομής της: οι πολιτικές δεξιότητες που τη βοήθησαν να καθοδηγήσει την ΕΚΤ μέσα από ιστορικές αναταράξεις είναι εκείνες που σήμερα προκαλούν ερωτήματα για την ανεξαρτησία του θεσμού.

Η πρόεδρος που δεν ήταν οικονομολόγος
Η Λαγκάρντ έφτασε στη Φρανκφούρτη με ένα εντυπωσιακό βιογραφικό, αλλά και ένα ασυνήθιστο μειονέκτημα για τη συγκεκριμένη θέση. Είχε διατελέσει υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας και γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), ωστόσο δεν είχε σπουδάσει οικονομικά ούτε είχε εργαστεί σε κεντρική τράπεζα. Για ορισμένους παράγοντες των αγορών, η επιλογή της αποτελούσε ακόμη και «κίνδυνο αξιοπιστίας».
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Η ίδια αποκάλυψε αργότερα μια χαρακτηριστική λεπτομέρεια: όταν αποδέχθηκε την προεδρία της ΕΚΤ, πίστευε ότι η θητεία διαρκούσε πέντε χρόνια και όχι οκτώ.
Η άγνοια αυτή για βασικές θεσμικές λεπτομέρειες θα μπορούσε να ενισχύσει τους φόβους όσων αμφισβητούσαν την καταλληλότητά της. Στην πράξη, όμως, η Λαγκάρντ επέλεξε να μετατρέψει τη διαφορετικότητά της σε πλεονέκτημα: Αντί να προσπαθήσει να μιμηθεί τους οικονομολόγους που είχαν προηγηθεί, επένδυσε στην πολιτική εμπειρία, στην επικοινωνία και στην ικανότητά της να συνθέτει αντικρουόμενες απόψεις.
Από τη δικηγορία, στο ΔΝΤ και την κορυφή της Ευρώπης
Η ανορθόδοξη πορεία της Λαγκάρντ είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν από την είσοδό της στην ΕΚΤ. Με επαγγελματική αφετηρία τη δικηγορία και πολυετή εμπειρία στον επιχειρηματικό κόσμο του Σικάγου, μπήκε στη γαλλική πολιτική το 2005 ως πρόσωπο εκτός του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της, η Λαγκάρντ ξεχώρισε από τους περισσότερο τεχνοκρατικούς συναδέλφους της χάρη στην επικοινωνιακή της άνεση, την ικανότητά της να οικοδομεί συναινέσεις και τον πραγματισμό της.
Αντί για περίπλοκες οικονομικές αναλύσεις, συχνά προτιμούσε απλές, καθημερινές διατυπώσεις. Ως επικεφαλής του ΔΝΤ, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ότι ότι «όλα είναι καλύτερα με βούτυρο», μιλώντας για την ανάπτυξη, ενώ είχε προτρέψει τις κυβερνήσεις να «επισκευάσουν τη στέγη όσο λάμπει ο ήλιος». Ακόμη και όταν χαρακτήρισε τους οικονομολόγους μια «κλειστή φυλή», για να μετριάσει αργότερα το σχόλιο λέγοντας πως θα ήθελε να γίνει και η ίδια μέλος της, επιβεβαίωσε ότι δεν αισθανόταν την ανάγκη να ακολουθήσει τους συμβατικούς κανόνες της τεχνοκρατικής επικοινωνίας.
Η αντισυμβατική προσέγγιση αποτελεί βασικό στοιχείο της διαδρομής της και βρίσκεται στο επίκεντρο της αυτοβιογραφίας της, με τίτλο Lady First, η οποία αναμένεται να κυκλοφορήσει. Οι πρώτες δημόσιες αστοχίες της τής χάρισαν το ειρωνικό προσωνύμιο «Madame Lagaffe», που παραπέμπει στη γκάφα. Σύντομα, ωστόσο, εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα στελέχη της κυβέρνησης του Νικολά Σαρκοζί.
Ως υπουργός Οικονομικών κλήθηκε να διαχειριστεί τις συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ενώ αργότερα ανέλαβε την ηγεσία του ΔΝΤ σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή κρίση χρέους απειλούσε τη συνοχή της ευρωζώνης.
Η ελληνική κρίση αποτέλεσε μία από τις πιο δύσκολες δοκιμασίες της. Το ΔΝΤ συμμετείχε στα προγράμματα διάσωσης που συνοδεύτηκαν από σκληρή λιτότητα, ενώ η ίδια προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Ελλάδα όταν κάλεσε τους πολίτες να πληρώνουν τους φόρους τους, σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κοινωνία δοκιμαζόταν από βαθιά ύφεση και περικοπές εισοδημάτων.
Δεν απέφυγε ούτε τις επιλογές υψηλού ρίσκου. Το 2018 υποστήριξε ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης ύψους 57 δισ. δολαρίων για την Αργεντινή, με στόχο τη σταθεροποίηση της οικονομίας επί προεδρίας Μαουρίσιο Μάκρι. Η προσπάθεια δεν κατάφερε να αποτρέψει τη νομισματική κατάρρευση και τη βαθιά ύφεση, αφήνοντας πίσω της ένα ιδιαίτερα προβληματικό πρόγραμμα.
Αυτή η διαδρομή ανέδειξε τόσο τις ικανότητές της στη διαχείριση πολιτικών κρίσεων όσο και την προθυμία της να αναλαμβάνει μεγάλα ρίσκα.
Η κρίση των ομολόγων και το λάθος του 2020
Η μεγαλύτερη δοκιμασία της στην ΕΚΤ ήρθε μόλις λίγους μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της.
Τον Μάρτιο του 2020, καθώς η πανδημία του κορονοϊού προκαλούσε πανικό στις διεθνείς αγορές, η Λαγκάρντ δήλωσε ότι η ΕΚΤ δεν βρισκόταν εκεί για να περιορίζει τις διαφορές αποδόσεων, τα λεγόμενα spreads, μεταξύ των κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης.
Η δήλωση ερμηνεύθηκε ως αποστασιοποίηση της κεντρικής τράπεζας από την ανάγκη προστασίας των πιο ευάλωτων οικονομιών, κυρίως της Ιταλίας, και πυροδότησε έντονες πωλήσεις ομολόγων. Ήταν μια στιγμή που θύμισε πόσο καθοριστική μπορεί να αποδειχθεί ακόμη και μια φράση του επικεφαλής μιας κεντρικής τράπεζας. Η Λαγκάρντ αναγκάστηκε να ανασκευάσει γρήγορα. Η ΕΚΤ προχώρησε στη συνέχεια σε ένα έκτακτο πρόγραμμα αγορών ομολόγων, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στη σταθεροποίηση των αγορών και στην αποτροπή μιας νέας κρίσης χρηματοδότησης στην ευρωζώνη.

Η πρόεδρος που είχε κατηγορηθεί ότι δεν κατανοούσε πλήρως τους μηχανισμούς των αγορών βρέθηκε να ηγείται μιας από τις μεγαλύτερες παρεμβάσεις στην ιστορία της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής.
Ο πληθωρισμός, ο πόλεμος στην Ουκρανία και τα επιτόκια
Και η πανδημία δεν ήταν παρά η αρχή. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και, κυρίως, η ενεργειακή κρίση που επιδεινώθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 δημιούργησαν ένα πρωτοφανές πληθωριστικό κύμα.
Η ΕΚΤ βρέθηκε αντιμέτωπη με τη δυσκολότερη ίσως εξίσωση της σύγχρονης ιστορίας της: να συγκρατήσει τις τιμές χωρίς να οδηγήσει την ευρωπαϊκή οικονομία σε βαθιά ύφεση. Η απάντηση ήταν η ταχύτερη σειρά αυξήσεων επιτοκίων που είχε πραγματοποιήσει έως τότε η κεντρική τράπεζα.
Η πολιτική αυτή προκάλεσε σημαντική επιβάρυνση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε όσους εξυπηρετούσαν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Η διαχείριση δεν ήταν αλάνθαστη. Η ΕΚΤ αναγνώρισε εκ των υστέρων ότι καθυστέρησε να αντιληφθεί την έκταση και τη διάρκεια των ανατιμήσεων στην ενέργεια.
Η γυναίκα που ένωσε τα «στρατόπεδα» της ΕΚΤ
Ίσως η σημαντικότερη συμβολή της Λαγκάρντ να μην αποτυπώνεται σε κάποιον οικονομικό δείκτη, αλλά στον τρόπο λειτουργίας της ίδιας της ΕΚΤ.
Ο προκάτοχός της, Μάριο Ντράγκι, είχε συνδέσει το όνομά του με τη διάσωση του ευρώ, αλλά και με ένα ιδιαίτερα συγκεντρωτικό μοντέλο ηγεσίας, το οποίο προκαλούσε αντιδράσεις σε εκπροσώπους των χωρών της Βόρειας Ευρώπης.
Η Λαγκάρντ επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση. Αντί να επιβάλλει τις αποφάσεις της, προσπάθησε να οικοδομήσει συναινέσεις μεταξύ των διοικητών των εθνικών κεντρικών τραπεζών, γεφυρώνοντας τις παραδοσιακές διαφορές.
Η ικανότητά της να ακούει, να διαπραγματεύεται και να αναζητά κοινό έδαφος αποτέλεσε βασικό στοιχείο της ηγεσίας της. Προτιμούσε τον απλό λόγο αντί της περίπλοκης οικονομικής ορολογίας, ενώ δεν δίσταζε να επιστρατεύει χιούμορ και καθημερινές εκφράσεις για να εξηγήσει σύνθετα οικονομικά ζητήματα. Το ύφος της διέφερε αισθητά από εκείνο των προκατόχων της.
Η πρόωρη παραίτηση και η σκιά του Μακρόν
Η Λαγκάρντ ανακοίνωσε την αποχώρησή της πριν από τη λήξη της θητείας της, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε οι σημερινοί ευρωπαίοι ηγέτες να επιλέξουν τον διάδοχό της πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027.
Το χρονοδιάγραμμα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιθανότητα μιας μεγάλης πολιτικής ανατροπής, με την ακροδεξιά και την Μαρίν Λε Πεν εμφανίζεται ισχυρή στις δημοσκοπήσεις. Η χρονική συγκυρία πυροδότησε επικρίσεις ότι η πρόωρη αποχώρηση ενδέχεται να εξυπηρετεί πολιτικούς σχεδιασμούς που συνδέονται με τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν.

«Αυτό υποβαθμίζει τον θεσμό και απλώς ακολουθεί τους καθαρά πολιτικούς υπολογισμούς του Γάλλου προέδρου», υποστηρίζει ο Πολ ντε Γκράου, καθηγητής στο London School of Economics. Δεν συμμερίζονται, πάντως, όλοι αυτή την εκτίμηση. Άλλοι αναλυτές θεωρούν ότι η πρόωρη αποχώρηση επιτρέπει την ομαλότερη μετάβαση στην επόμενη ηγεσία και περιορίζει τον κίνδυνο θεσμικών αναταράξεων.
Η ίδια η Λαγκάρντ δεν έχει απαντήσει ευθέως στις επικρίσεις. Έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθεται να διεκδικήσει τη γαλλική προεδρία, δηλώνοντας όμως ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τις φιλοευρωπαϊκές αξίες στη χώρα της, με όποιον ρόλο θεωρήσει αποτελεσματικότερο.
Άρχισε η μάχη διαδοχής
Η διαδικασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την επιλογή του επόμενου προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχει ξεκινήσει, μετά την ενημέρωση από την Κριστίν Λαγκάρντ του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, ότι θα αποχωρήσει από τη θέση της στις 7 Φεβρουαρίου 2027. Η σημερινή ανακοίνωση, επισπεύδει τη διαδοχή, καθώς η κανονική θητεία της επρόκειτο να ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο του 2027.
Η επιλογή δεν γίνεται από την ίδια την ΕΚΤ. Σύμφωνα με το άρθρο 283 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον πρόεδρο ορίζει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφού προηγουμένως ζητήσει τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.
Η επίσημη διαδικασία αρχίζει με την υποβολή υποψηφίων από τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, στο πλαίσιο του Eurogroup, συζητούν τα ονόματα και επιδιώκουν να συμφωνήσουν σε έναν υποψήφιο. Στη συνέχεια, το Συμβούλιο της ΕΕ διατυπώνει σύσταση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Πριν από τον τελικό διορισμό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ γνωμοδοτούν, έπειτα από διαβούλευση. Η τελική απόφαση λαμβάνεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε σύνθεση των κρατών της ευρωζώνης.
Με 21 χώρες στην ευρωζώνη, η απαιτούμενη ενισχυμένη ειδική πλειοψηφία προϋποθέτει τη στήριξη τουλάχιστον 16 κρατών, τα οποία εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της ευρωζώνης. Ο υποψήφιος πρέπει να είναι υπήκοος κράτους-μέλους της ευρωζώνης και να διαθέτει αναγνωρισμένο κύρος και επαγγελματική εμπειρία σε νομισματικά ή τραπεζικά θέματα. Η θητεία είναι οκταετής και μη ανανεώσιμη.
Το χρονοδιάγραμμα αφήνει στους Ευρωπαίους ηγέτες αρκετούς μήνες για να ολοκληρώσουν τη διαδικασία πριν από την αποχώρηση της Λαγκάρντ. Η ΕΚΤ επιβεβαίωσε ότι ο διάδοχός της θα επιλεγεί βάσει της διαδικασίας του άρθρου 283, χωρίς να έχει ανακοινωθεί επίσημα κάποιος υποψήφιος.
Η επιλογή θα καθορίσει την ηγεσία της κεντρικής τράπεζας της ευρωζώνης σε μια πολιτικά και οικονομικά ευαίσθητη συγκυρία. Ο πρόεδρος προεδρεύει στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, το οποίο καθορίζει τη νομισματική πολιτική της ζώνης του ευρώ. Σύμφωνα με το Reuters, πιθανοί επικρατέστεροι υποψήφιοι θεωρούνται ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ολλανδίας Κλαας Κνοτ και ο πρώην διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ισπανίας Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, αν και η επίσημη διαδικασία δεν έχει ακόμη αναδείξει υποψήφιο.
Η διαδοχή αναμένεται επίσης να συνδεθεί με ευρύτερες διαπραγματεύσεις για κορυφαίες ευρωπαϊκές θέσεις και την εκπροσώπηση των κρατών στο εξαμελές Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΕΚΤ. Ο νέος πρόεδρος θα αναλάβει στις 7 Φεβρουαρίου 2027, με πλήρη οκταετή θητεία.