Μια σπάνια ματιά στην καθημερινότητα του καθεστώτος των Ταλιμπάν, καταγράφει σε έρευνά του το BBC. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε και η καθημερινότητα των γυναικών στο Αφγανιστάν, οι οποίες έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με ολοένα και περισσότερους περιορισμούς.
Μια 18χρονη, με το πρόσωπό της εντελώς καλυμμένο με νικάμπ και φορώντας γυαλιά ηλίου, στέκεται μπροστά σε έναν πρώην διοικητή των Ταλιμπάν και σημερινό υψηλόβαθμο αξιωματούχο στο βόρειο Αφγανιστάν. Θέλει να πάρει διαζύγιο από τον σύζυγό της, τον οποίο κατηγορεί ότι την κακοποιούσε και την ξυλοκοπούσε επί μήνες.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
«Αν υπήρχε οποιαδήποτε πιθανότητα να ζήσουμε μαζί, δεν θα βρισκόμουν εδώ. Έχω πάρει την απόφασή μου», του λέει. Η σκηνή, την οποία κατέγραψε το BBC στο πλαίσιο μιας σπάνιας πρόσβασης στον κόσμο των Ταλιμπάν, αποτυπώνει την πραγματικότητα στο Αφγανιστάν πέντε χρόνια μετά την επιστροφή τους στην εξουσία. Ο αξιωματούχος που βρίσκεται απέναντι στη νεαρή γυναίκα είναι ο Αμπντουλάχ Σαρχάντι, πρώην στρατιωτικός διοικητής των Ταλιμπάν. Αρχικά επιχειρεί να την πείσει να παραμείνει στον γάμο της. «Αναρωτήσου: “Ποιος θα με παντρευτεί αφού πάρω διαζύγιο;”. Θα πρέπει να κάνεις πολλούς συμβιβασμούς, διαφορετικά θα χάσεις την αξιοπρέπεια και την τιμή σου», της λέει.
Η απάντησή της είναι άμεση. «Κύριε κυβερνήτη, η τιμή και η αξιοπρέπειά μου έχουν ήδη καταστραφεί».
Ο Σαρχάντι επιμένει ότι η νεαρή – την οποία το BBC αποκαλεί Τούμπα, χωρίς αυτό να είναι το πραγματικό της όνομα – θα πρέπει να παραμείνει στον γάμο. Αργότερα σχολιάζει ενώπιον ανδρών αξιωματούχων, σωματοφυλάκων και πρεσβυτέρων ότι οι γυναίκες είναι «ανεγκέφαλες» και «υστερούν σε νοημοσύνη», προκαλώντας γέλια στους παρευρισκόμενους.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με όσα καταγράφει το BBC, ο σύζυγος της 18χρονης ζητά ως αντάλλαγμα για να συναινέσει στο διαζύγιο ποσό τετραπλάσιο από εκείνο που είχε δοθεί κατά τον γάμο, κάτι που η οικογένειά της αρνείται να καταβάλει. Ο κυβερνήτης προτείνει να δοθεί στη γυναίκα ξεχωριστό δωμάτιο και οι αξιωματούχοι να προειδοποιήσουν τον σύζυγο να μην την ξαναχτυπήσει, διαφορετικά θα οδηγηθεί στη φυλακή.
Ο πατέρας της δηλώνει ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια, παρά το γεγονός ότι στο δικαστικό σύστημα των Ταλιμπάν είναι εξαιρετικά δύσκολο για μια γυναίκα να πάρει διαζύγιο χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της.
Από το Γκουαντάναμο στην εξουσία
Η ιστορία του ίδιου του Σαρχάντι είναι ενδεικτική της διαδρομής αρκετών από τους ανθρώπους που κυβερνούν σήμερα το Αφγανιστάν. Σύμφωνα με το BBC, υπήρξε στρατιωτικός διοικητής κατά την πρώτη περίοδο εξουσίας των Ταλιμπάν τη δεκαετία του 1990. Παραδόθηκε το 2001, όταν ο υπό τις ΗΠΑ συνασπισμός ανέτρεψε το καθεστώς, και παρέμεινε κρατούμενος επί χρόνια στο Γκουαντάναμο προτού τελικά αφεθεί ελεύθερος.
Μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021 έγινε κυβερνήτης, αρχικά στην επαρχία Μπαμιγιάν και στη συνέχεια στην Τζοουζτζάν. Πρόσφατα ανέλαβε καθήκοντα υποδιοικητή στρατιωτικού σώματος στην Κουντούζ.
Μιλώντας στο BBC, δεν εμφανίζεται μετανιωμένος ούτε για μία από τις πιο εμβληματικές πράξεις καταστροφής των Ταλιμπάν: την ανατίναξη των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμιγιάν το 2001. Αρχικά αποφεύγει να απαντήσει στις ερωτήσεις. Τελικά δηλώνει: «Τα κατέστρεψα με τα ίδια μου τα χέρια». Ό,τι κάναμε και ό,τι κάνουμε είναι σύμφωνα με την καθοδήγηση και τον νόμο του Θεού. Εμείς συντρίβουμε τα είδωλα αντί να τα πουλάμε. Γιατί να μετανιώσω; Ήταν θέλημα Θεού», προσθέτει.
Στην Καμπούλ, το BBC συνάντησε έναν ακόμη άνθρωπο που πέρασε από τον ένοπλο αγώνα στη διοίκηση του νέου καθεστώτος. Ο Χαμπιμπουλάχ Μπαντρ παραδέχεται ότι στο παρελθόν ήταν «υπεύθυνος για τις επιχειρήσεις των βομβιστών αυτοκτονίας» στην αφγανική πρωτεύουσα. «Γνωρίζω όλους τους δρόμους και τα στενά πολύ καλά. Είχαμε όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν για την Καμπούλ», αναφέρει.
Οι επιθέσεις αυτοκτονίας των Ταλιμπάν στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους στο Αφγανιστάν, ανάμεσά τους πολλούς αμάχους. Ο Μπαντρ, ωστόσο, εμφανίζεται απρόθυμος να συζητήσει συγκεκριμένες επιθέσεις, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να «ξανανοίξει πληγές». Όταν ερωτάται για τους θανάτους αμάχων, υποστηρίζει ότι στόχος των Ταλιμπάν ήταν αμερικανικές αυτοκινητοπομπές και ότι οι πολίτες είχαν προειδοποιηθεί να μένουν μακριά από ξένες στρατιωτικές βάσεις.
Αργότερα ο Μπαντρ έγινε υποδιοικητής των φυλακών ολόκληρης της χώρας. Κατέληξε μάλιστα να διοικεί την ίδια φυλακή στην οποία ο ίδιος είχε κρατηθεί καταδικασμένος σε θάνατο από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Σε μια συγκέντρωση προς τιμήν του Μπαντρ, ένας άνδρας τολμά να θέσει δημόσια το ζήτημα της εκπαίδευσης των κοριτσιών. «Ο κύριος Μπαντρ είναι πηγή υπερηφάνειας για το Αφγανιστάν και μεγάλος μαχητής. Αλλά έχω και ένα παράπονο. Αν τα σχολεία και η εκπαίδευση ήταν ανοιχτά για όλους, θα ήταν σπουδαίο έργο για το Αφγανιστάν. Ελπίζω να μη σας προσβάλλω», λέει ο Σουλτάν Μοχάμαντ Ταλάι.
Ακολουθεί αμήχανη σιωπή. Λίγο αργότερα το μικρόφωνο απομακρύνεται. «Ζήτησα να ανοίξουν ξανά τα σχολεία για τα κορίτσια. Η αναζήτηση της γνώσης αποτελεί υποχρέωση στο Ισλάμ τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες», εξήγησε αργότερα στο BBC. «Υπήρχαν κι άλλα πράγματα που ήθελα να πω, αλλά δεν με άφησαν να συνεχίσω», πρόσθεσε.
«Όλα πρέπει να τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα της σαρία»
Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν, οι γυναίκες έχουν αποκλειστεί από τους περισσότερους χώρους εργασίας, δεν μπορούν να φοιτήσουν σε πανεπιστήμια και δεν επιτρέπεται να ταξιδεύουν μόνες ή να επισκέπτονται πάρκα και χώρους αναψυχής.
«Είμαι άφωνη με το πώς μια ομάδα που δεν έχει καμία κατανόηση για τη ζωή βρίσκεται ξαφνικά στην εξουσία», λέει η Χόντα, που επίσης δεν είναι το πραγματικό της όνομα. Η ίδια είχε διαμαρτυρηθεί στους δρόμους όταν οι Ταλιμπάν επέστρεψαν για πρώτη φορά στην εξουσία.
«Οι γυναίκες δεν μπορούν να αποδεχτούν αυτή την κατάσταση», λέει στο BBC. «Μπορεί να επιβάλλουν περιορισμούς, αλλά αυτό δεν θα παραμείνει έτσι για πάντα».
«Νομίζω ότι οι Ταλιμπάν φοβούνται τις μορφωμένες γυναίκες», προσθέτει.
«Γι’ αυτό περιορίζουν τις γυναίκες. Θέλουν αμόρφωτες γυναίκες, ώστε να μην μπορούν να μεγαλώσουν σοφούς άνδρες. Επειδή αυτό θα έβαζε τέλος στους Ταλιμπάν».