Περιορισμένη αναμένεται να είναι η επίδραση της συμφωνίας των ΗΠΑ με τη Ρωσία στις διεθνείς τιμές του ντίζελ (πετρέλαιο κίνησης), καθώς οι ποσότητες καυσίμων που προβλέπεται να διατεθούν στην αγορά δεν επαρκούν για να καλύψουν τις μεγάλες ελλείψεις στην παγκόσμια προσφορά, με τους αναλυτές να εκτιμούν ότι απαιτείται σημαντικά μεγαλύτερη αύξηση των εξαγωγών για να υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα εξαιτίας του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, ενώ οι περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες των ρωσικών διυλιστηρίων, οι διεθνείς κυρώσεις και το αυξημένο κόστος μεταφοράς δυσκολεύουν την προσπάθεια ενίσχυσης του εφοδιασμού.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα διαθέσει άμεσα 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατ. βαρέλια, ενώ θα ακολουθήσουν 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο και ακόμη 1 εκατ. τόνοι αμέσως μετά.
Ωστόσο, αναλυτές της ενεργειακής αγοράς εκφράζουν αμφιβολίες για το κατά πόσο η Ρωσία μπορεί να αυξήσει την παραγωγή της στον βαθμό που απαιτείται για την τήρηση των δεσμεύσεων, ενώ η περιορισμένη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια στην έγκαιρη μεταφορά των φορτίων.
Οι τιμές λιανικής του ντίζελ στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τον Σεπτέμβριο τα 6 δολάρια ανά γαλόνι για πρώτη φορά και έκτοτε παραμένουν πάνω από αυτό το επίπεδο, εντείνοντας τις πιέσεις στους καταναλωτές και δημιουργώντας πολιτικό πρόβλημα για τον Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Πώς θα υποχωρήσουν οι τιμές
Η βασική αδυναμία της συμφωνίας εντοπίζεται στη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις ποσότητες που ανακοίνωσε ο Τραμπ και στις πραγματικές ανάγκες της παγκόσμιας αγοράς ντίζελ. Η επικεφαλής πολιτικής και γεωπολιτικού κινδύνου της Kpler, εκτιμά ότι θα απαιτούνταν επιπλέον 400.000 βαρέλια ντίζελ ημερησίως για να υπάρξει ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών.
Αντίθετα, η πρώτη ρωσική αποστολή των περίπου 2,2 εκατ. βαρελιών θα αντιστοιχούσε σε μόλις 73.000 βαρέλια ημερησίως εάν κατανεμόταν σε διάστημα ενός μήνα, ποσότητα που, σύμφωνα με την ίδια, δύσκολα θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τις διεθνείς τιμές.
Παράλληλα, ερωτήματα προκύπτουν και για το κατά πόσο το ρωσικό ντίζελ θα φτάσει τελικά στις ΗΠΑ. Ο Τραμπ είχε αρχικά ανακοινώσει ότι οι ποσότητες θα κατευθύνονταν τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια αγορά, ωστόσο στη συνέχεια διευκρίνισε ότι τα φορτία θα διατεθούν διεθνώς και όχι απαραίτητα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε ότι το ρωσικό ντίζελ θα διοχετευόταν ούτως ή άλλως στην παγκόσμια αγορά, με τη βασική διαφορά να αφορά το μερίδιο που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν οι ΗΠΑ.
Από την πλευρά του Λευκού Οίκου, η εκπρόσωπος Τέιλορ Ρότζερς υποστήριξε ότι η συμφωνία θα ενισχύσει σημαντικά την παγκόσμια προσφορά ντίζελ και θα συμβάλει στη μείωση των τιμών τόσο στην αμερικανική όσο και στη διεθνή αγορά.
Οι περιορισμοί των ρωσικών διυλιστηρίων
Πέρα από τις συμφωνημένες ποσότητες, σημαντικό εμπόδιο αποτελεί η δυνατότητα της Ρωσίας να αυξήσει άμεσα την παραγωγή και τις εξαγωγές ντίζελ. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, οι διαταραχές στις εξαγωγές από τη Ρωσία, τον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα ντίζελ παγκοσμίως μετά τις ΗΠΑ, και τη Μέση Ανατολή έφτασαν τον Σεπτέμβριο τα 1,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 4,5% της παγκόσμιας ζήτησης ντίζελ.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) έχει προειδοποιήσει ότι οι ελλείψεις ενδέχεται να συνεχιστούν έως το 2027, καθώς η παγκόσμια αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς στην προσφορά.
Αναλύτρια της ναυτιλιακής εταιρείας Braemar, αμφισβητεί κατά πόσο τα ρωσικά διυλιστήρια μπορούν να υποστηρίξουν αύξηση των εξαγωγών, επισημαίνοντας ότι, σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, έως και το 45% της διυλιστικής δυναμικότητας της χώρας βρίσκεται εκτός λειτουργίας.
Σύμφωνα με το Energy Policy Research Foundation, για να καλυφθούν οι ποσότητες που ανακοίνωσε ο Τραμπ επιπλέον των υφιστάμενων εξαγωγών, η Ρωσία θα χρειαζόταν να παράγει περίπου 384.000 έως 509.000 βαρέλια ντίζελ ημερησίως.
Η συνολική παραγωγή της χώρας διαμορφώνεται σήμερα περίπου στα 1,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ η εγχώρια κατανάλωση ανέρχεται σε περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια, αφήνοντας περιορισμένα πλεονάσματα διαθέσιμα για εξαγωγές.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η Ρωσία εισάγει αυτή την περίοδο αποστάγματα πετρελαίου και δεν διαθέτει επαρκή παραγωγή και πλεονάζουσες ποσότητες ώστε να αυξήσει άμεσα τις εξαγωγές της.
Η αποκατάσταση των διυλιστηρίων που έχουν υποστεί ζημιές θα μπορούσε σταδιακά να αυξήσει την παραγωγή, ωστόσο πηγές της αγοράς θεωρούν απίθανο να υπάρξει ουσιαστική επιστροφή των συγκεκριμένων ποσοτήτων στις διεθνείς αγορές πριν από το τέλος του έτους.
Την περασμένη εβδομάδα, η Ουκρανία επανέλαβε τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, πλήττοντας εγκατάσταση στην περιοχή Ριαζάν, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω τις προοπτικές ανάκαμψης της παραγωγής.
Οι ναύλοι παραμένουν υψηλοί
Παρά τις δυσκολίες στην παραγωγή, τα πρώτα στοιχεία από τη ναυτιλιακή αγορά δείχνουν ότι ορισμένα φορτία ρωσικού ντίζελ επιστρέφουν στους παραδοσιακούς προορισμούς τους μετά την προσωρινή αναστολή των αμερικανικών κυρώσεων και την άρση της απαγόρευσης εξαγωγών.
Σύμφωνα με ναυτιλιακά δεδομένα που επικαλείται το Reuters, τουλάχιστον δύο δεξαμενόπλοια εμφανίζονταν την Τρίτη να κατευθύνονται προς την Τουρκία και τη Βραζιλία, ενώ επανεκκίνησαν οι φορτώσεις ντίζελ από το ρωσικό λιμάνι Πριμόρσκ στη Βαλτική Θάλασσα.
Ωστόσο, το κόστος μεταφοράς ρωσικού πετρελαίου και καυσίμων έχει αυξηθεί σημαντικά εξαιτίας των αυξημένων κινδύνων ασφαλείας στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ η περιορισμένη διαθεσιμότητα δεξαμενόπλοιων στη διεθνή αγορά διατηρεί τους ναύλους σε υψηλά επίπεδα.
Παράλληλα, αρκετοί πλοιοκτήτες και διαχειριστές πλοίων εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στη μεταφορά ρωσικού ντίζελ, καθώς ανησυχούν ότι μελλοντικοί πελάτες ενδέχεται να αποφεύγουν πλοία που έχουν μεταφέρει φορτία συνδεδεμένα με καθεστώτα κυρώσεων. Η προσωρινή άρση των αμερικανικών περιορισμών δεν εξαλείφει αυτές τις ανησυχίες, δεδομένου ότι άλλες δυτικές χώρες εξακολουθούν να διατηρούν κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας.
Τα οφέλη για Ρωσία και οι πιέσεις για ΗΠΑ
Η απόφαση του Τραμπ να επιτρέψει τη διάθεση μεγαλύτερων ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές έχει προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να ενισχύσει τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας και να διευκολύνει τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι δυτικές κυρώσεις των προηγούμενων ετών είχαν ως βασικό στόχο τον περιορισμό των εσόδων της Ρωσίας από τις εξαγωγές ενέργειας.
Έτσι, η συμφωνία δημιουργεί το ενδεχόμενο η Μόσχα να αποκομίσει πρόσθετα οικονομικά οφέλη χωρίς να υπάρξει αντίστοιχη ουσιαστική μείωση των τιμών για τους καταναλωτές, όπως προειδοποιούν επικριτές της αμερικανικής απόφασης.
Για την παγκόσμια αγορά ντίζελ, πάντως, η βασική δυσκολία εξακολουθεί να είναι η περιορισμένη προσφορά, τα προβλήματα στη λειτουργία των διυλιστηρίων και το αυξημένο κόστος μεταφοράς, παράγοντες που, σύμφωνα με τους αναλυτές, δύσκολα μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τις ποσότητες που προβλέπει η συμφωνία Ουάσιγκτον και Μόσχας.
