Αντιδράσεις ακόμη και μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ προκαλεί η συμφωνία του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βλαντιμίρ Πούτιν για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στη διεθνή αγορά, καθώς η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να μειώσει τις τιμές των καυσίμων συνοδεύεται από προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, δημιουργώντας ερωτήματα για τη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής και τον κίνδυνο ενίσχυσης των εσόδων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ για συμφωνία με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, έρχεται λιγότερο από έναν μήνα πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, με το υψηλό κόστος του ντίζελ να ασκεί πιέσεις στους καταναλωτές και την αμερικανική οικονομία, την ώρα που πολιτικοί και αναλυτές αμφισβητούν τη σκοπιμότητα της χαλάρωσης των περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές αλλά και τη δυνατότητα που υπάρχει να εξασφαλιστεί μέσω αυτής της συμφωνίας ουσιαστική και διατηρήσιμη μείωση των τιμών.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Σύμφωνα με το CNBC, η ανακοίνωση της Παρασκευής (9.10.2026) προκάλεσε επικρίσεις για την αλλαγή κατεύθυνσης της αμερικανικής πολιτικής, καθώς μόλις τρεις εβδομάδες νωρίτερα ο Τραμπ είχε υπογράψει νόμο που ενισχύει τη δυνατότητα επιβολής οικονομικών περιορισμών στους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ανάμεσα σε άλλα, ο νόμος παρέχει στον Αμερικανό πρόεδρο τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως 100% στους σημαντικότερους αγοραστές ρωσικού αργού πετρελαίου ή φυσικού αερίου.
Η αντίφαση που αναδεικνύεται είναι ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί πλέον να αυξήσει την προσφορά ενός ρωσικού πετρελαϊκού προϊόντος στην αγορά, ενώ μέχρι πρόσφατα επιδίωκε να περιορίσει τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας, προκειμένου να ασκήσει πίεση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αντιδράσεις και από το κόμμα του Τραμπ
Η κριτική δεν περιορίζεται στους Δημοκρατικούς, καθώς ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μάικλ Μακόλ εξέφρασε την ανησυχία ότι η χαλάρωση των κυρώσεων μπορεί να ενισχύσει οικονομικά τη Ρωσία, παρά την ανάγκη περιορισμού των τιμών του ντίζελ.
Ο Μακόλ επισήμανε ότι ο πρόσφατος νόμος έδωσε στον πρόεδρο σημαντικές εξουσίες και διαπραγματευτικά μέσα απέναντι στην Κίνα και τη Ρωσία, με στόχο την επίτευξη συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου. Αν και αναγνώρισε την ανάγκη μείωσης των τιμών των καυσίμων, προειδοποίησε ότι η χαλάρωση των περιορισμών στις ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές ενδέχεται να χρηματοδοτήσει την πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου και να ενθαρρύνει περαιτέρω βία.
Ανάλογη αντίδραση καταγράφηκε και από τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή Ντον Μπέικον, ο οποίος, σύμφωνα με το Reuters, υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να αξιοποιήσει τις νέες κυρώσεις για να αυξήσει την πίεση προς τον Πούτιν, αντί να επιτρέπει την εισροή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία.
Από την πλευρά των Δημοκρατικών, ο γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ κατηγόρησε τον Τραμπ για απόφαση που υπονομεύει την προσπάθεια του Κογκρέσου να περιορίσει την οικονομική δυνατότητα της Μόσχας να συνεχίσει τον πόλεμο. Σε επίσημη ανακοίνωσή του, ο Μπλούμενταλ χαρακτήρισε τη χαλάρωση των κυρώσεων ντροπιαστική απόφαση, υποστηρίζοντας ότι καθιστά τις ΗΠΑ συνένοχες στον πόλεμο του Πούτιν κατά της Ουκρανίας. Συνέδεσε μάλιστα την απόφαση με τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν και υποστήριξε ότι η συμφωνία θα ωφελήσει τις οικονομίες της Ρωσίας και της Κίνας, ενώ ζήτησε την άμεση ανάκλησή της.
Τι προβλέπει η προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων
Η απόφαση της Ουάσιγκτον δεν συνεπάγεται συνολική άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, αλλά αφορά συγκεκριμένες συναλλαγές που σχετίζονται με το ρωσικό ντίζελ, όπως επισημαίνεται σε ρεπορτάζ του CNBC.
Στις 9 Οκτωβρίου 2026, η Υπηρεσία Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών (OFAC) εξέδωσε τη Γενική Άδεια 135, επιτρέποντας συναλλαγές που αφορούν την πώληση, την παράδοση, την εκφόρτωση και την εισαγωγή ντίζελ ρωσικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής του στις ΗΠΑ.
Η εξαίρεση ισχύει έως τις 7 Απριλίου 2027 και δεν επιτρέπει χρεώσεις συγκεκριμένων λογαριασμών της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, του ρωσικού Εθνικού Ταμείου Πλούτου και του υπουργείου Οικονομικών της χώρας σε αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Τραμπ, η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ, ενώ θα ακολουθήσουν άλλοι 500.000 τόνοι τον Νοέμβριο και επιπλέον 1 εκατ. τόνοι αμέσως μετά.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έκανε επίσης λόγο για δυνατότητα διάθεσης ακόμη 3 εκατ. τόνων, ανάλογα με τις συνθήκες λειτουργίας των ρωσικών διυλιστηρίων Η αμερικανική κυβέρνηση είχε προχωρήσει και νωρίτερα μέσα στο 2026 σε περιορισμένη χαλάρωση ενεργειακών κυρώσεων κατά της Ρωσίας, επιτρέποντας για 30 ημέρες την αγορά ρωσικού πετρελαίου που βρισκόταν ήδη σε μεταφορά, σε μια προσπάθεια σταθεροποίησης των αγορών μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν.
Αμφιβολίες για την επίδραση στις τιμές
Παρά την αισιοδοξία του Τραμπ για γρήγορη αποκλιμάκωση των τιμών, αναλυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το κατά πόσο οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στην αγορά.
Σύμφωνα με το Reuters, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ στις ΗΠΑ υποχώρησαν σχεδόν κατά 5% μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας. Ωστόσο, η αρχική αντίδραση της αγοράς δεν αποτελεί ένδειξη ότι οι τιμές θα παραμείνουν σε χαμηλότερα επίπεδα.
Ο Ρίτσαρντ Νέφιου, ο οποίος έχει διατελέσει πρώτος αναπληρωτής συντονιστής πολιτικής κυρώσεων στο αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, προειδοποίησε μιλώντας στο CNN ότι η απόφαση στέλνει ένα ιδιαίτερα αρνητικό μήνυμα και προκαλεί σοβαρό πλήγμα στην αξιοπιστία του ευρύτερου συστήματος κυρώσεων. «Πώς μπορεί πλέον κανείς να παίρνει στα σοβαρά το καθεστώς των κυρώσεων;», διερωτήθηκε.
Ο Ρόρι Τζόνστον, αναλυτής της αγοράς πετρελαίου και ιδρυτής του CommodityContext, υποστήριξε ότι οι ποσότητες που περιλαμβάνονται στη συμφωνία είναι περιορισμένες σε σχέση με τις συνήθεις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ όταν τα διυλιστήρια της χώρας λειτουργούν χωρίς προβλήματα.
Ο Τζιμ Μίτσελ, αναλυτής της Wood Mackenzie, εκτίμησε ότι η συμφωνία δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα, αλλά προσθέτει μια ακόμη πηγή εφοδιασμού σε μια ιδιαίτερα πιεσμένη αγορά ντίζελ.
Ανάλογη επιφύλαξη εξέφρασε στο CNBC ο Τζέρεμι Σίγκελ, ομότιμος καθηγητής Χρηματοοικονομικών στη Σχολή Wharton του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία προσωρινό μέτρο και όχι μόνιμη απάντηση στις πιέσεις των τιμών.
Ο Σίγκελ άσκησε παράλληλα κριτική στις πολιτικές συνέπειες της χαλάρωσης των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, συνδέοντάς τες με την εισβολή στην Ουκρανία.
Πρώην υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών εκτίμησε ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν ο Βλαντίμιρ Πούτιν είναι πράγματι σε θέση να παραδώσει τις ποσότητες ντίζελ που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, λέγοντας στο CNN ότι ο Ρώσος πρόεδρος έχει ήδη πετύχει, κατά την άποψή του, τον στόχο του.
Όπως εξήγησε στο CNN, ο Πούτιν κατάφερε να δημιουργήσει στον Τραμπ την εντύπωση ότι εξασφάλισε μια συμφωνία που θα μπορούσε να του προσφέρει πολιτικό όφελος ενόψει των εκλογών και να επηρεάσει τις αγορές. Ο ίδιος θεωρεί ότι δεν ήταν τυχαία η χρονική σύμπτωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας των δύο προέδρων με την έναρξη των συνομιλιών με την ουκρανική αντιπροσωπεία. «Ο Πούτιν μπορεί να είναι πολλά πράγματα, αλλά δεν είναι ανόητος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η συμφωνία Τραμπ – Πούτιν φέρνει στο προσκήνιο ένα «διπλό» ζήτημα για την Ουάσιγκτον, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει να μειώσει το κόστος των καυσίμων πριν από τις εκλογές, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί ότι η πρόσθετη προσφορά θα συγκρατήσει τις τιμές σε βάθος χρόνου, ενώ ταυτόχρονα δέχεται επικρίσεις ότι περιορίζει την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα.
Η αντιφατική πολιτική των ΗΠΑ
Η νέα συμφωνία έρχεται σε αντίθεση και με προηγούμενες δημόσιες τοποθετήσεις του ίδιου του Τραμπ, ο οποίος είχε επικρίνει επανειλημμένα συμμάχους των ΗΠΑ για τη συνέχιση των αγορών ρωσικού πετρελαίου. Τον Σεπτέμβριο του 2025 είχε χαρακτηρίσει σοκαριστικό το γεγονός ότι ορισμένες χώρες εξακολουθούσαν να αγοράζουν ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, υποστηρίζοντας ότι η πρακτική αυτή αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική τους θέση απέναντι στη Μόσχα.
Αργότερα τον ίδιο μήνα, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, είχε κατηγορήσει τις χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο ότι ουσιαστικά χρηματοδοτούν έναν πόλεμο στον οποίο αντιτίθενται. Η κυβέρνηση Τραμπ είχε επίσης επιβάλει κυρώσεις σε ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες, επικαλούμενη την έλλειψη ουσιαστικής δέσμευσης της Μόσχας σε μια ειρηνευτική διαδικασία για τον τερματισμό του πολέμου.
Όπως επισημαίνεται από το CNBC, η αλλαγή κατεύθυνσης συνδέεται με τις πιέσεις που αντιμετωπίζει πλέον η αμερικανική οικονομία από το υψηλό ενεργειακό κόστος, ιδιαίτερα ενόψει των εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Σύμφωνα με το Reuters, η μέση τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε φτάσει την Πέμπτη στα 6,28 δολάρια το γαλόνι, έχοντας αυξηθεί κατά 70% από την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου.