Οι υπηρεσίες στην ιδιωτική υγεία φαίνεται πως γνωρίζουν άνθηση στην Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που δείχνουν ότι το πρώτο τετράμηνο του 2026 οι ιδιωτικές πληρωμές στον χώρο της ιδιωτικής υγείας αντιστοιχούν στο 3,3% του ΑΕΠ της Ελλάδας, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η μελέτη του ΙΟΒΕ αναδεικνύει έντονες κοινωνικές ανισότητες στον τομέα της υγείας, καθώς στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, το 30% των πολιτών δηλώνει ότι πάσχει από χρόνιο νόσημα, έναντι 18% στο υψηλότερο τεταρτημόριο. Αντίστοιχα, οι ανεκπλήρωτες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης είναι πολλαπλάσιες στα χαμηλότερα εισοδήματα όπου δεν μπορούν να ανταποκριθούν στα ποσά που απαιτούνται για την ιδιωτική υγεία.
Έντονο προβληματισμό φέρνει η εικόνα στη μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων, καθώς οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν μόλις στο 0,2% του ΑΕΠ, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως αποτέλεσμα, η φροντίδα μεταφέρεται στις οικογένειες και κυρίως στις γυναίκες, οι οποίες επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος της άτυπης φροντίδας.
Ταυτόχρονα, το 38% των ατόμων που ανήκουν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην εκτέλεση βασικών δραστηριοτήτων προσωπικής φροντίδας ή οικιακών εργασιών.
Πολύ πίσω από ΕΕ στη μακροχρόνια φροντίδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, η μακροχρόνια φροντίδα αποτελεί έναν από τους πιο αδύναμους πυλώνες κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα. Καθώς ο πληθυσμός γερνάει με ταχείς ρυθμούς, η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες.
Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης ως προς τη χρηματοδότηση υπηρεσιών φροντίδας. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες κάλυψης αναγκών φροντίδας, ενώ η άτυπη οικογενειακή φροντίδα εξακολουθεί να αποτελεί τον κυρίαρχο μηχανισμό υποστήριξης.
