Οι βροχές έχουν ανεβάσει κατακόρυφα όχι μόνο τα αποθέματα νερού των μεγάλων υδροηλεκτρικών μονάδων της χώρας μας, αλλά και την παραγωγή τους, σε σχέση με τις ΑΠΕ, με αποτέλεσμα να αποτελούν πλέον τη δεύτερη μεγαλύτερη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.
Τις τελευταίες ημέρες στην προημερήσια αγορά του Χρηματιστηρίου Ενέργειας καταγράφονται μερίδια πάνω από 20% στην περίπτωση των υδροηλεκτρικών μονάδων. Μάλιστα, έχουν ξεπεράσει πλέον τις αντίστοιχες του φυσικού αερίου ως η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας μετά τις ΑΠΕ. Ενδεικτικά, η εικόνα για σήμερα (18.2.2026) δείχνει τις ΑΠΕ κοντά στο 50% με τα υδροηλεκτρικά να συνεισφέρουν 23%, το αέριο 18% και το λιγνίτη στο 4,2%.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Καθώς ένα ποσοστό άνω του 70% προέρχεται από το νερό, τον ήλιο και τον άνεμο, η τιμή ηλεκτρισμού πιέστηκε έντονα προς τα κάτω και βρίσκεται στα 52 ευρώ ανά μεγαβατώρα από 100+ ευρώ που θα ήταν υπό διαφορετικές συνθήκες.
Όπως είναι φυσικό, η ασυνήθιστη για την εποχή κατάσταση δημιουργεί νικητές και χαμένους. Για παράδειγμα, οι σταθμοί φυσικού αερίου πόνταραν στο χειμώνα για να αποκομίσουν κέρδη και ωθούνται αναγκαστικά εκτός αγοράς μειώνοντας τη λειτουργία τους.
Όσον αφορά τις ΑΠΕ, βρίσκουν περισσότερη συμμετοχή που δεν είχαν άλλες χρονιές, όμως δεν παύουν να επηρεάζονται από τις μηδενικές έως αρνητικές τιμές τα μεσημέρια και τις περικοπές παραγωγής που πλέον κάνουν την εμφάνισή τους και τους χειμερινούς μήνες.
Ερώτημα αποτελεί αν αυτό που βλέπουμε σήμερα αποτελεί μια εικόνα από το μέλλον, καθώς η προσθήκη της αποθήκευσης ενέργειας σταδιακά από φέτος θα «απλώσει» τα οφέλη από τις ΑΠΕ σε περισσότερες ώρες της ημέρας.
Έτσι, προκύπτει το θέμα αν οι μονάδες αερίου θα μπορούν να είναι κερδοφόρες μακροπρόθεσμα ώστε να παρέχουν την υπηρεσία της εφεδρείας. Την απάντηση καλείται να δώσει το ΥΠΕΝ, αποφασίζοντας για το αν υπάρχει ανάγκη για έναν μηχανισμό ισχύος που θα τις αποζημιώνει σε ένα βαθμό, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.