Η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση, 24η, μεταξύ των χωρών της ΕΕ με μεταποιητική παραγωγή με βάση το κόστος της ενέργειας και τις υποδομές ενεργειακών δικτύων.
Η αρνητική αυτή επίδοση μεταξύ των χωρών της ΕΕ αποτυπώνει τις πιέσεις που δέχονται οι εγχώριες βιομηχανίες στην παραγωγή τους από το κόστος ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, αλλά και τον αντίκτυπο που έχει το κόστος της ενέργειας στην υλοποίηση νέων παραγωγικών επενδύσεων.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Αυτό καταγράφεται σε νέα μελέτη για τις συνθήκες που επικρατούν όσον αφορά την ενέργεια του Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΣΒΕ), η οποία εκπονήθηκε σε συνεργασία με την Deloitte και πρόκειται να παρουσιαστεί σήμερα (05.11.2026) στην Αθήνα.
Οι ενεργειακές συνθήκες
Μία πρώτη εικόνα των ενεργειακών ευρημάτων της μελέτης έδωσε χθες η Γενική Διευθύντρια του ΣΒΕ, Βίκυ Λοΐζου, μιλώντας στο συνέδριο «Ενέργεια και Ανάπτυξη 2026» του ΙΕΝΕ, όπου αποκάλυψε ότι η Ελλάδα είναι ουραγός ως προς το ενεργειακό κόστος.
Ακόμη χειρότερα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρουσίασε η κ. Λοΐζου, η εικόνα είναι εξίσου αρνητική και στη συνολική αξιολόγηση των ενεργειακών συνθηκών για την ελληνική μεταποίηση.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Δεν είναι τυχαίο ότι 72% των ελληνικών επιχειρήσεων το θεωρεί το σημαντικότερο εμπόδιο για τη δραστηριότητά του, έναντι 37% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Η Βίκυ Λοΐζου ανέδειξε την ανάγκη να ενταχθεί η ενεργειακή πολιτική σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.
Η ελληνική βιομηχανία, και ιδιαίτερα οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικά υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές της, αποτέλεσμα της χρονικής αναντιστοιχίας μεταξύ παραγωγής και ζήτησης, της ανεπαρκούς ανάπτυξης υποδομών αποθήκευσης και των παθογενειών της αγοράς ηλεκτρισμού.
Η Γενική Διευθύντρια του ΣΒΕ έκανε επίσης ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι η ενεργειακή μετάβαση θα πρέπει να συνοδευτεί από ουσιαστική μείωση του κόστους για την οικονομία. «Οποιαδήποτε μετάβαση σε εξηλεκτρισμό θα πρέπει να συνδυάζεται με μια μείωση κόστους για την οικονομία», τόνισε χαρακτηριστικά.
Η τιμή της κιλοβατώρας και οι βλάβες
Ξεχωριστή αναφορά έκανε και στα ηλεκτρικά δίκτυα, επισημαίνοντας ότι η πραγματική ενεργειακή επιβάρυνση μιας βιομηχανίας δεν εξαντλείται στην τιμή της κιλοβατώρας. Περιλαμβάνει επίσης το κόστος από βλάβες στον εξοπλισμό, που μπορεί να προκαλέσουν οι διακοπές παραγωγής ή οι βυθίσεις τάσης. Παράλληλα, οι περιορισμοί των δικτύων δημιουργούν εμπόδια ακόμη και σε επενδύσεις αυτοπαραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν τις ενεργειακές δαπάνες των επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε ο Ανδρέας Πετροπουλέας Διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της ENERWAVE και πρόεδρος της Επιτροπής Ηλεκτρισμού του ΙΕΝΕ, οι μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές με ετήσια κατανάλωση τουλάχιστον 150 GWh πλήρωσαν κατά μέσο όρο 113 ευρώ/MWh το α΄ εξάμηνο του 2026, έναντι 112,8 ευρώ/MWh που είναι ο μέσος όρος στην ΕΕ.
Την ίδια στιγμή, η σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει αυξήσει την έκθεσή της στη διεθνή αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Τα δεδομένα είναι ενδεικτικά. Οι εισαγωγές ρωσικού αερίου στην ΕΕ μειώθηκαν από 152 δισ. κυβικά μέτρα το 2021 σε 36 δισ. το 2025, ενώ οι εισαγωγές LNG έφτασαν σε ιστορικό υψηλό, στα 146 δισ. κυβικά μέτρα, με το 58% να προέρχεται από τις ΗΠΑ.
Με αυτά τα δεδομένα, μία βιομηχανία αδυνατεί να προγραμματίσει την παραγωγή της και να συνάψει συμβόλαια, χωρίς να γνωρίζει πού θα κινηθεί το ενεργειακό της κόστος το επόμενο διάστημα.