Οπαδοί της ιδεολογικής καθαρότητας που αντιλαμβάνονται το συμβιβασμό ως αδυναμία. Πιστοί στον θρησκευτικό φονταμεταλισμό, αρνητές της επιστήμης, των γεγονότων, των νέων πληροφοριών. Άνθρωποι που φοβούνται την πρόοδο και δαιμονοποιούν τη μόρφωση. Εκείνοι που θεωρούν αναγκαίο τον έλεγχο του σώματος των γυναικών (π.χ. δικαίωμα στην άμβλωση), που είναι βαθιά ξενοφοβικοί με φυλετική νοοτροπία, που δεν αντέχουν τη διαφωνία και έχουν παθολογικό μίσος για την κυβέρνηση ή το πολιτικό σύστημα.
Έτσι περιέγραφε ο εκφωνητής Will McAvoy, στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ACN, τους αυτοαποκαλούμενους «Tea Party», στην τηλεοπτική σειρά του 2012 The Newsroom, χαρακτηρίζοντάς τους ως American Taliban.
Έκτοτε τα χρόνια πέρασαν και η μυθοπλασία, σχεδόν προφητικά, συνάντησε την πραγματικότητα. Σήμερα, αυτή η περιγραφή δεν μοιάζει υπερβολική.
Αντίθετα, αποτυπώνει ένα ευρύτερο μοτίβο συμπεριφοράς των ανθρώπων που βιώνουν έναν κόσμο σε μετάβαση, χωρίς τα εργαλεία ή τη διάθεση να τον κατανοήσουν.
Η αδυναμία ερμηνείας των εξελίξεων και, κυρίως, η απροθυμία προσαρμογής στα νέα δεδομένα οδηγούν σε αντιδράσεις άμυνας. Σε έναν πολιτικό λόγο που απλοποιεί, διχάζει και τελικά καθησυχάζει. Και αυτός ο λόγος βρίσκει πρόθυμους εκφραστές πολιτικούς που, συνειδητά, επενδύουν σε αυτή τη στάση, καθώς έτσι διασφαλίζουν την πολιτική τους επιβίωση.
Κάποιοι θα το ονομάσουν λαϊκισμό, άλλοι αναχρονισμό ή νέα συντήρηση. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για κάτι βαθύτερο, την έκφραση μιας κοινωνίας σε διαρκή περιδίνηση. Ενός κόσμου που δεν μπορεί να μεταβολίσει το καινούργιο και ταυτόχρονα αναπολεί με λάθος τρόπο αυτό που έφυγε.
Με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης βιώνουμε ολοένα και περισσότερο την ψευδαίσθηση ενός αυτοτελούς σύμπαντος. Η συλλογικότητα παύει να αποτελεί ζητούμενο και υποχωρεί μπροστά στην ατομική εμπειρία. Έτσι από πολίτες, μετατρεπόμαστε σταδιακά σε μεμονωμένες οντότητες προσμοιάζοντας στους καταναλωτές. Μοιάζει περισσότερο πως ζούμε σε αγορές και όχι κοινωνίες και αυτό είναι το σύγχρονο δράμα μας.
