Μιας και τολμήσαμε χθες να ρίξουμε μία ματιά στην βίαιη είσοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης στην Οικονομία, σήμερα θα επαναλάβουμε το «τόλμημα» για μια άλλη επικίνδυνη πλευρά αυτής της ιστορίας. Μια πλευρά που ίσως και να μας αφορά.
Εδώ και μερικές εβδομάδες έχει έρθει στην επιφάνεια και συζητείται με ιδιαίτερη ένταση το θέμα της «τεχνικής της χρηματοδότησης» των τεράστιων επενδυτικών προγραμμάτων στην Τεχνητή Νοημοσύνη και ειδικά της χρηματοδότησης της κατασκευής των Κέντρων Δεδομένων που αποτελούν την βάση πάνω στην οποία θεμελιώνεται η λειτουργία της AI.
Στο χθεσινό μας σημείωμα είχαμε επισημάνει τον κίνδυνο που συνδέεται με το γεγονός ότι τα τεράστιας κλίμακας επενδυτικά κεφάλαια που «μπαίνουν» στην ΑΙ, δεν συνοδεύονται από αποδόσεις οι οποίες να δικαιολογούν αυτή την «βίαιη» και τεράστιας κλίμακας επενδυτική επέκταση.
Μόνο οι Big Seven μέσα στο 2026 έχουν προγραμματίσει επενδύσεις της τάξης των 670 δις δολαρίων, χωρίς να διασφαλίζεται η στοιχειώδης απόδοση αυτό των κεφαλαίων σε ορατό ορίζοντα, ενώ η αντίστοιχη «κίνηση» στην Κίνα για ανάλογης κλίμακας αποτέλεσμα δεν ξεπερνά τα 36 δισ. δολ. Η εξήγηση που δίδεται – και είναι σωστή – είναι ότι σ’ αυτό το επίπεδο ανταγωνισμού όποιος μένει πίσω, μένει εκτός ανταγωνισμού, οπότε αυτή η «τρελή» επενδυτική πορεία δεν είναι θέμα επιλογής αλλά στρατηγική επιβίωσης.
Όλα καλά, αλλά το ερώτημα όμως είναι, που παρ’ όλα αυτά βρίσκουν τα τεράστια αυτά κεφάλαια αφ’ ενός και αφ’ εταίρου πως αυτά τα κεφάλαια δεν επιβαρύνουν τους ισολογισμούς τους και έτσι τα άμεσα αποτελέσματά τους; Κάτι που θα οδηγούσε σε άμεση «σφαγή» τις χρηματιστηριακές τους τιμές…
Η αλήθεια είναι ότι αυτοί οι χρηματοδοτικοί «χείμαρροι» βασικά τροφοδοτούνται από ομολογιακά δάνεια (πολλές φορές μειωμένης εξασφάλισης) και τα λεγόμενα «ιδιωτικά κεφάλαια», για τα οποία πολλά ερωτηματικά έχουν αναδυθεί την ίδια χρονική περίοδο, καθώς πολλά εξ αυτών ανακυκλώνουν μέσα από ειδικά χρηματοδοτικά «οχήματα» την ρευστότητα των… τελικών παραληπτών.
Ένα δεύτερο ερώτημα που έχει αναδυθεί έχει να κάνει με το πως γίνεται τελικά αυτή η τρομακτικής κλίμακας απορρόφηση μη άμεσα αποδοτικών κεφαλαίων να μην αφήνει τα σημάδια της στους ισολογισμούς των κολοσσών της ΑΙ.
Για τον λόγο αυτό «συλλέξαμε» κάποιες αναφορές από τα διεθνή οικονομικά ΜΜΕ οι οποίες «εξηγούν» το μυστήριο με… ονόματα, αποκαλύπτοντας έτσι και το πόσο ευάλωτος και εύθραυστος είναι αυτός ο μηχανισμός. Ιδού λοιπόν ορισμένα εξ αυτών.
Την περασμένη εβδομάδα η Ernst & Young, η γνωστή ελεγκτική εταιρεία, μετά τους ελέγχους που είχε αναλάβει για την Meta, διαπιστώνει ότι η ελεγχόμενη εταιρεία έχει κρατήσει περί τα 27 δισ. δολάρια «αόρατα» στον ισολογισμό της, με την μορφή χρέους που συνδέεται με υποδομές ΑΙ, μέσω ενός ειδικού οχήματος χρηματοδότησης αγωγών. Έχει μάλιστα προτιμήσει να πληρώνει 6,5 δισ. επιπλέον τόκους για τον σκοπό αυτό προκειμένου να μην εμφανίζεται το ποσό αυτό σαν άμεση υποχρέωση στον ισολογισμό της.
Πως «στήθηκε» αυτό; Απλά το «όχημα» (SPV) δανείζεται τα χρήματα, αντί για τη Meta, η οποία επομένως δεν εμφανίζεται και δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει γι’ αυτά και προχωρά έτσι στην κατασκευή ενός κέντρου δεδομένων το οποίο στη συνέχεια μισθώνεται στη Meta.
Με άλλα λόγια η Meta εμφανίζεται ως μισθωτής που πληρώνει για την υπηρεσία χρηματοδοτικής μίσθωσης και όχι ως οφειλέτης.
Σύμφωνα με τα εν λόγω δημοσιεύματα υπάρχουν και πιο «ενδιαφέροντα» σχήματα «δημιουργική λογιστικής» (Ναι αυτής της γνωστής που πληρώνουμε ακόμα με τρία μνημόνια και δεκάδες δισ. δάνεια στην Ελλάδα).
Τέτοια είναι η περίπτωση της Oracle, η οποία μέσω της Vantage δημιούργησε ένα ανάλογης κλίμακας SPV, για δύο κέντρα δεδομένων με συνολική επένδυση 38 δισεκατομμυρίων. Όπως αναφέρεται στα δημοσιεύματα όλα εντάσσονται στο πλαίσιο του προγράμματος συνεργασίας 500 δισ. δολαρίων με το OpenAI, στο κολοσσιαίο Stargate Project. Σ’ αυτή την «κίνηση» εμφανίζεται να συμμετέχει και η Nvidia συμμεριζόμενη… αυτό το παιχνίδι του spin, με συνεισφορά 2 δισ. δολ. σε ίδια κεφάλαια.
Το ίδιο «παιχνίδι» της δημιουργικής λογιστικής χρησιμοποιείται και μεταξύ της Nvidia και της CoreWeave, η οποία είναι στην πραγματικότητα θυγατρική της και ως SPV μεταμορφώνεται σε ιμάντα μεταφοράς του χρέους εκτός του ισολογισμού της μητρικής, «κάνοντας το κεφάλαιο που χρησιμοποιείται για την αγορά GPU από τη Nvidia να εμφανίζεται και εδώ ως μίσθωση. Χρηματοδοτική μίσθωση που χρηματοδοτείται με τη σειρά της από έσοδα για υπηρεσίες δυναμικότητας που παρέχονται σε εταιρείες, όπως η Microsoft και η OpenAI…».
Όλα αυτά έχουν το ενδιαφέρον τους όταν τα διαβάζει κανείς πίνοντας ήσυχος τον καφέ του το Σαββατοκύριακο και αναρωτιέται τι είναι αυτό που έρχεται.
Αποκτούν όμως άλλο ενδιαφέρον και ίσως κάποια ρίγη στην … ραχοκοκαλιά, όταν διαβάζει κανείς στον ελληνικό οικονομικό τύπο, «ειδήσεις» και «νέα» για επικείμενες συμφωνίες που αφορούν στην επέκταση αυτών των καταστάσεων στην εγχώρια οικονομία, με τεράστιες – επικείμενες (;) – επενδύσεις για τέτοια Κέντρα Δεδομένων.
Υπάρχει άραγε λόγος να ανησυχούμε ή οι εξελίξεις με την «φούσκα» της ΑΙ θα μας… προλάβουν και θα μας γλιτώσουν από την συνέχεια αυτής της περιπέτειας;