Οι εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με το πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη. Οι ίδιοι στόχοι, όμως, δεν συνοδεύονται πάντοτε από το ίδιο χρονοδιάγραμμα και τις ίδιες πολιτικές.
Στην πολιτική, η υιοθέτηση προτάσεων του αντιπάλου μπορεί να αποδειχθεί θετική για την κοινωνία. Αρκεί να μην περιορίζεται στην αντιγραφή αριθμών και συνθημάτων.
Η σύγκριση των δύο ομιλιών αναδεικνύει δεκατρία σημεία σύγκλισης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, οι κυβερνητικές εξαγγελίες είναι χρονικά μετατεθειμένες, περιορισμένες ως προς τους δικαιούχους ή αποσυνδεδεμένες από τον αναδιανεμητικό μηχανισμό της πρότασης Τσίπρα.
Ίδιοι μισθολογικοί στόχοι, διαφορετικός χρόνος
Ο Αλέξης Τσίπρας πρότεινε κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ μέσα στο 2027. Τρεις ημέρες αργότερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγγειλε ακριβώς το ίδιο ποσό, αλλά για τον Ιανουάριο του 2028.
Το ίδιο συμβαίνει με τον μέσο μισθό. Ο Τσίπρας έθεσε στόχο τα 1.800 ευρώ για την πλήρη απασχόληση στο τέλος της τετραετίας, ενώ ο Μητσοτάκης μίλησε για μέσο μισθό άνω των 1.800 ευρώ έως το 2030.
Οι αριθμοί συμπίπτουν. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι η πρόταση Τσίπρα συνδέει την αύξηση των μισθών με την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, τις κλαδικές συμβάσεις και την παραγωγικότητα.
Μισές λύσεις για τις μικρές επιχειρήσεις
Στο τέλος επιτηδεύματος, ο Τσίπρας πρότεινε την πλήρη κατάργησή του για όλες τις επιχειρήσεις, με ετήσιο κόστος 240 εκατ. ευρώ. Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει κατάργηση στην περιφέρεια από το 2026, μείωση κατά 50% στην Αττική το 2028 και οριστική κατάργηση το 2029.
Ανάλογη είναι η εικόνα στην προκαταβολή φόρου. Η πρόταση Τσίπρα προβλέπει πλήρη κατάργηση για τις ατομικές επιχειρήσεις και μείωση για τα νομικά πρόσωπα. Η κυβέρνηση περιορίζεται στη μείωση από το 55% στο 50% για τους ελεύθερους επαγγελματίες και σε σταδιακή αποκλιμάκωση για τις επιχειρήσεις.
Έτσι, διατηρείται προκαταβολή 50% για εισόδημα που δεν έχει ακόμη αποκτηθεί.
Θετική, αλλά πολιτικά αποκαλυπτική, είναι και η μεταφορά 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Αναπτυξιακή Τράπεζα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η απόφαση αυτή αναγνωρίζει εμμέσως ότι ο αρχικός σχεδιασμός είχε αφήσει εκτός ένα μεγάλο τμήμα της πραγματικής οικονομίας, όπως είχε επισημάνει ο Τσίπρας.
«Πατριωτική ευθύνη» χωρίς αναδιανομή
Ο Τσίπρας έχει τοποθετήσει στο κέντρο των παρεμβάσεών του την έννοια ενός νέου πατριωτισμού ευθύνης. Ενός πατριωτισμού που δεν ζητά διαρκώς θυσίες μόνο από τους πολλούς, αλλά απαιτεί μεγαλύτερη συνεισφορά από το πλουσιότερο 1%.
Ο Μητσοτάκης υιοθέτησε τη γλώσσα της «πατριωτικής ευθύνης» και της «κοινωνικής ανταπόδοσης», όχι όμως και τον αναδιανεμητικό μηχανισμό που τη συνοδεύει: την Πατριωτική Εισφορά στον μεγάλο πλούτο, τη φορολόγηση των τραπεζών, την προοδευτική φορολόγηση των υψηλών μερισμάτων και την επιβάρυνση της μεγάλης εταιρικής ακίνητης περιουσίας.
Η κυβέρνηση προτείνει υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση μόνο σε ειδική κατηγορία μπόνους στελεχών. Πρόκειται για περιορισμένη παρέμβαση, η οποία απέχει από την ολοκληρωμένη πρόταση προοδευτικής φορολόγησης των υψηλών μερισμάτων που παρουσίασε ο Τσίπρας.
Χωρίς συγκεκριμένα εργαλεία αναδιανομής, η πατριωτική ευθύνη κινδυνεύει να παραμείνει ένα εύηχο σύνθημα.
Το 30% που δεν είναι το ίδιο
Στην ενέργεια εμφανίζεται ξανά ο ίδιος αριθμός, αλλά όχι η ίδια δέσμευση.
Ο Τσίπρας πρότεινε μεσοσταθμική μείωση κατά 30% στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, μέσω της ελάχιστης εγγυημένης ποσότητας ενέργειας. Ο Μητσοτάκης μίλησε για στόχο μείωσης κατά 30% της χονδρικής τιμής έως το 2029.
Άλλο, όμως, η μείωση του λογαριασμού που πληρώνει το νοικοκυριό και άλλο η προσδοκία ότι η πτώση στη χονδρική αγορά θα μεταφερθεί κάποτε στον καταναλωτή.
Σύγκλιση με την Ευρώπη και μέσα στην Ελλάδα
Κοινός είναι και ο στόχος της επενδυτικής σύγκλισης με την Ευρώπη. Ο Μητσοτάκης μίλησε για επενδύσεις 65 δισ. ευρώ και 20% του ΑΕΠ. Ο Τσίπρας συνέδεσε τον στόχο με τη δημιουργία Εθνικού Ταμείου Σύγκλισης, με 12 δισ. ευρώ πρωτογενή κεφάλαια και δεσμευτικούς όρους για την παραγωγή, τους μισθούς και τις θέσεις εργασίας.
Διότι σημασία δεν έχει μόνο πόσες επενδύσεις θα γίνουν, αλλά και ποιους θα ωφελήσουν.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υιοθέτηση της «σύγκλισης κέντρου–περιφέρειας». Ο Τσίπρας μίλησε για «σύγκλιση με την Ευρώπη και σύγκλιση μέσα στην Ελλάδα». Τρεις ημέρες αργότερα, ο Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις ίδιες ευκαιρίες για πόλεις, χωριά και μικρά νησιά.
Η κυβέρνηση αναγνωρίζει, επίσης, την ανάγκη ειδικών πολιτικών για τους μικρούς οικισμούς. Απαντά, όμως, κυρίως με φορολογικές ελαφρύνσεις, ενώ το πρόγραμμα «Δικαίωμα να μείνεις στον τόπο σου» του Τσίπρα προβλέπει συνολική στήριξη για στέγη, ενέργεια, μετακίνηση και βασικά αγαθά.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η στεγαστική ενίσχυση για γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς της περιφέρειας. Η διπλή επιστροφή ενοικίου που ανακοίνωσε η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια άμεση ανάγκη, αλλά δεν υποκαθιστά τη δημιουργία μόνιμου αποθέματος προσιτής κατοικίας για τους δημόσιους λειτουργούς.
Η αντιγραφή δεν κρύβει την κυβερνητική αποτυχία
Οι δεκατρείς συμπτώσεις δεν αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση άλλαξε πολιτική. Αποδεικνύουν ότι, ύστερα από χρόνια πίεσης στους μισθωτούς, εγκατάλειψης της περιφέρειας και αποκλεισμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, επιχειρεί τώρα να οικειοποιηθεί τις προτάσεις των αντιπάλων της.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δανείζεται τους αριθμούς, τις έννοιες και ακόμη και τη γλώσσα του Αλέξη Τσίπρα, αλλά αφαιρεί από τις προτάσεις το πιο ουσιαστικό στοιχείο τους: την αναδιανομή, τη δεσμευτικότητα και την άμεση εφαρμογή. Μεταθέτει τα μέτρα στο μέλλον, περιορίζει τους δικαιούχους και αφήνει στο απυρόβλητο εκείνους που συσσώρευσαν υπερκέρδη τα προηγούμενα χρόνια.
Η ξαφνική ανακάλυψη της «κοινωνικής ανταπόδοσης» δεν μπορεί να διαγράψει την κυβερνητική πολιτική που διεύρυνε τις ανισότητες και έκανε την ακρίβεια καθημερινό αδιέξοδο. Ούτε μπορούν οι προεκλογικές υποσχέσεις να κρύψουν ότι η κυβέρνηση αναγνωρίζει σήμερα προβλήματα που έως χθες υποβάθμιζε ή αρνιόταν.
Όταν μια κυβέρνηση καταφεύγει στην αντιγραφή της αντιπολίτευσης, ομολογεί ότι το δικό της σχέδιο έχει εξαντληθεί. Και όταν αντιγράφει μόνο τις λέξεις, αλλά όχι τις πολιτικές που θα βελτίωναν πραγματικά τη ζωή των πολιτών, δεν αλλάζει πορεία. Απλώς προσπαθεί να αλλάξει την εικόνα της.
