Η καταδίκη κάθε μορφής πολιτικής βίας αποτελεί αυτονόητη προϋπόθεση μιας ώριμης δημοκρατίας. Χωρίς «αλλά», χωρίς αστερίσκους και χωρίς επιλεκτικές ευαισθησίες όταν μια εγκληματική ενέργεια στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε πολίτη. Και αυτά είναι αυτονόητα για τον προοδευτικό κόσμο της χώρας.
Το ίδιο αυτονόητο, όμως, είναι ότι η καταδίκη της τρομοκρατίας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης. Όταν ένα μεμονωμένο εγκληματικό γεγονός αξιοποιείται για να στοχοποιηθεί συλλήβδην ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος, τότε η συζήτηση παύει να αφορά την προστασία της δημοκρατίας και μετατρέπεται σε μια προσπάθεια αναβίωσης ενός διχαστικού κλίματος που η ελληνική κοινωνία έχει πληρώσει πολύ ακριβά.
Η Ελλάδα έχει πίσω της μια ιστορία εμφυλιακών τραυμάτων, πολιτικών διώξεων με βαθύτατες κοινωνικές διαιρέσεις. Για τον λόγο αυτό, όσοι κατέχουν θεσμικές θέσεις -όπως για παράδειγμα ο γραμματέας ενός κόμματος – οφείλουν να επιδεικνύουν ιδιαίτερη υπευθυνότητα στον δημόσιο λόγο τους. Οι γενικεύσεις, οι χαρακτηρισμοί και η λογική της συλλογικής ενοχοποίησης δεν ενισχύουν τη δημοκρατική σταθερότητα αλλά αντιθέτως, καλλιεργούν την πόλωση και μεταφέρουν την πολιτική αντιπαράθεση σε επικίνδυνα μονοπάτια.
Η Αριστερά, όπως και κάθε δημοκρατικός πολιτικός χώρος, δεν κρίνεται από τις πράξεις ανθρώπων που δρουν έξω από το πλαίσιο της δημοκρατικής νομιμότητας. Η ιστορική της διαδρομή περιλαμβάνει αγώνες για δημοκρατικά δικαιώματα, κοινωνική δικαιοσύνη και πολιτικές ελευθερίες, όπως αντίστοιχα και η σύγχρονη δημοκρατική ζωή απαιτεί από όλους τους πολιτικούς φορείς να υπερασπίζονται τους θεσμούς χωρίς εξαιρέσεις.
Σήμερα, οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με προβλήματα που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά τους. Βρίσκονται αντιμέτωποι με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, τις αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες, τις πιέσεις στο δημόσιο σύστημα υγείας και παιδείας, την ανασφάλεια για το μέλλον. Αυτές είναι οι προκλήσεις που απαιτούν πολιτικές απαντήσεις. Η επιστροφή σε μια ρητορική διαχωρισμού μεταξύ «εθνικοφρόνων» και «εχθρών», μεταξύ «πατριωτών» και «άλλων», δεν προσφέρει λύσεις στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας.
Η δημοκρατία δεν ισχυροποιείται μέσα από τη δημιουργία εσωτερικών αντιπάλων, αλλά μέσα από τη διαφωνία με επιχειρήματα, τον σεβασμό των πολιτικών αντιπάλων και την αταλάντευτη υπεράσπιση του κράτους δικαίου. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία. Ο διχασμός, όμως, δεν είναι.
Η χώρα χρειάζεται περισσότερη νηφαλιότητα και λιγότερη ένταση. Χρειάζεται πολιτικούς που θα οικοδομούν γέφυρες αντί να ανοίγουν νέα χαρακώματα. Η καθολική καταδίκη της τρομοκρατίας πρέπει να αποτελεί κοινό τόπο όλων των δημοκρατικών δυνάμεων. Εξίσου κοινός τόπος, όμως, οφείλει να είναι και η απόρριψη κάθε προσπάθειας εργαλειοποίησης της βίας για μικροκομματικά οφέλη.
Η δημοκρατία είναι αρκετά ισχυρή ώστε να απομονώνει τους εχθρούς της χωρίς να καταφεύγει στον διχασμό. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μήνυμα που χρειάζεται σήμερα η ελληνική κοινωνία.