Δικαιολογημένα τα φώτα της δημοσιότητας έχουν στραφεί στο γεγονός ότι έχει ξεσπάσει «καυγάς» για το τι Προϋπολογισμό (για την επόμενη επταετία) χρειαζόμαστε, μεταξύ των ηγετών της Ενωμένης (;) Ευρώπης.
Οι «πλούσιοι» ζητάνε περικοπές σε δαπάνες για γεωργία και κοινωνική πολιτική για να χρηματοδοτηθεί ο «εξοπλισμός» και η «ανταγωνιστικότητα» (λες και διαφέρουν μεταξύ τους αυτά τα δύο), ενώ οι «φτωχοί» λένε όχι στις περικοπές και ζητάνε περισσότερα σε «συνοχή» και «γεωργία», αλλά και λιγότερη δημοσιονομική «πειθαρχία» (βλέπε: «Ο παραλογισμός της Ε.Ε., η ενεργειακή κρίση και η… κάλπη» στις 13.10.2026).
Το πού θα καταλήξει η ιστορία αυτή δεν θα το δούμε έτσι κι αλλιώς πολύ σύντομα.
Γι’ αυτό ας δούμε το «άλλο» που θα συζητήσουν έτσι κι αλλιώς στην Σύνοδο Κορυφής, που είναι πολύ περισσότερο άμεσο και μας αφορά και εδώ στην Ελλάδα.
Πρόκειται για μία «πρόταση» που έχει τεθεί στο τραπέζι και αφορά στην υπερ-απόδοση των έμμεσων φόρων, του ΦΠΑ και του ΕΦΚ. Ναι, αυτού που εξασφαλίζει στον «δικό μας» Προϋπολογισμό τα τερατώδη για την συγκυρία υπερ-έσοδα και πρωτογενή πλεονάσματα.
Λέει λοιπόν η πρόταση αυτή ότι μέρος των εσόδων αυτών στο τμήμα τους που προκύπτει από την υπέρβαση των στόχων του Προϋπολογισμού θα πρέπει να επιστρέψει σε μέτρα που αντιμετωπίζουν τις συνέπειες του πληθωρισμού στην οικονομία τόσο σε νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Δηλαδή, μία πρόταση που θα έπρεπε να αποτελεί το προφανές για τις τρέχουσες συνθήκες. Κάτι που η Κομισιόν, δηλαδή αυτή που δεν εκλέγεται από κανέναν, αλλά ορίζεται από τις κυβερνήσεις για να τους λέει τι μπορούν και τι δεν μπορούν να κάνουν, τους το απαγορεύει.
Σήμερα λοιπόν και αύριο οι ηγέτες της Ενωμένης (;) Ευρώπης θα πρέπει να συζητήσουν το αν μπορούν ή όχι να εφαρμόσουν το προφανές…
Αν ισχύουν τα όσα «ακούμε» τα τελευταία 24ωρα από παλιούς φίλους στις Βρυξέλλες, έχουν πάρει φωτιά τα τηλέφωνα (τρόπος του λέγειν) ανάμεσα στην πρωτεύουσα της ΕΕ και των πρωτευουσών των ισχυρών της Ευρώπης.
Η «συζήτηση» αφορά στο να βρεθεί μία «φόρμουλα» που να ανοίγει ένα «προσωρινό» παράθυρο στην παραβίαση (!) αυτή του Συμφώνου Σταθερότητας, χωρίς να το ακυρώνει για πολλοστή φορά. Ταυτόχρονα όμως οι «πλούσιοι» του Βορρά, αυτοί δηλαδή που μπορούν να δανειστούν φθηνότερα από τους «φτωχούς» του Νότου, βάζουν σαν προϋπόθεση αυτού του συμβιβασμού το να δεχτούν οι «φτωχοί» να συζητήσουν συγκεκριμένα πράγματα για τον επταετή Προϋπολογισμό στην κατεύθυνση που το ζητάει ο κ. Μερτς, ο Ολλανδοί, οι Φινλανδοί, κ.λπ.
Με άλλα λόγια, μία συμφωνία για το προφανές, αλλά με κόστος μεσομακροπρόθεσμο όσον αφορά τις προβλεπόμενες δαπάνες για τον Προϋπολογισμό της επόμενης επταετίας…
Το πρόβλημα όμως είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν με τα επιτόκια και το κόστος του χρήματος να αυξάνεται, ειδικά για τον ιδιωτικό τομέα, ενώ οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό σταθερά κινούνται αυξητικά και όχι προς τα κάτω.
Και το ερώτημα είναι για πόσο καιρό η ΕΕ μπορεί να κινείται σ’ αυτό το περιβάλλον, χωρίς να ακούγονται απειλητικοί τριγμοί όχι μόνο για τις εθνικές οικονομίες αλλά και για το ευρώ. Πόσω μάλλον που αυτό συμβαίνει σε καταστάσεις που οι δρόμοι έχουν πάρει ήδη φωτιά όπως στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες…
Ήδη νοικοκυριά και ΜμΕ βρίσκονται σε ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία να αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις των τιμών σε τρόφιμα, στέγαση, αναχρηματοδότηση χρεών κ.λπ. Το ίδιο και οι κυβερνήσεις τους, που πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν αυξανόμενα χρέη. Αυτά προφανώς δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν μακροπρόθεσμα με την προσωρινή χρήση των υπερ-εσόδων από τους έμμεσους φόρους, παρά μόνο προεκλογικά.
Παρ’ όλα αυτά, αν τα καταφέρουν και συμφωνήσουν στην προσωρινή επιστροφή μέρους των υπερ-εσόδων της υπερφορολόγησης από ΦΠΑ και ΕΦΚ από τα ήδη λόγω πληθωρισμού συμπιεσμένα χαμηλο-μεσαία εισοδήματα, κάτι θα είναι κι αυτό…
