Τα τελευταία αποτελέσματα εκτέλεσης του Προϋπολογισμού για το πεντάμηνο Ιανουαρίου – Μαΐου καταγράφουν για άλλη μία φορά υπερβάσεις στα φορολογικά έσοδα. Και βέβαια συνοδεύονται από θριαμβευτικούς τόνους στις ανακοινώσεις για τα εντυπωσιακά νούμερα στην συνολική εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού.
Για πρώτη φορά όμως «ανάμεσα στις γραμμές» μπορεί να διαβάσει κανείς ανησυχητικά μηνύματα πίσω από αυτή την «ψευδαίσθηση» της επιτυχίας.
Κατ’ αρχήν να σημειώσουμε τα βασικά «νούμερα». Το πρωτογενές πλεόνασμα απέκτησε τεράστιες διαστάσεις για το πεντάμηνο αφού έφτασε τα 3,65 δισ. ευρώ, που σημαίνει επίτευξη στόχου υπερδιπλάσιου του προβλεπόμενου.
Από που προέρχεται αυτή η τεράστια υπέρβαση; Τα απολογιστικά στοιχεία δίνουν την απάντηση: από την υπερφορολόγηση κυρίως των έμμεσων φόρων, δηλαδή της κατανάλωσης.
Και δεν θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα με αυτό αν η υπερφορολόγηση αυτή δεν ενσωμάτωνε μία ακόμα μεγαλύτερη αφαίμαξη λόγω του πληθωρισμού του τιμών στα βασικά είδη και υπηρεσίες. Με άλλα λόγια η υπέρβαση του στόχου δεν αποτελεί προϊόν μιας υγιούς και βιώσιμης επέκτασης της οικονομικής ανάπτυξης. Είναι το αποτέλεσμα μιας συνεχιζόμενης και ανελέητης φορολογικής αφαίμαξης πληθωριστικών τιμών που πληρώνει ο καταναλωτής που την ίδια στιγμή βρίσκεται σε περιβάλλον απομείωσης της πραγματικής του αγοραστικής δύναμης.
Δηλαδή σε συνθήκες παρατεταμένου πληθωρισμού και ακρίβειας, το δημόσιο επιλέγει να γεμίζει τα ταμεία του εκμεταλλευόμενο τον συνδυασμό του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ και της αύξησης των τιμών στα βασικά αγαθά.
Ας αφήσουμε όμως στην άκρη το προφανές, ότι έτσι μετατρέπει την καθημερινή επιβίωση των νοικοκυριών σε πηγή αύξησης δημοσιονομικών εσόδων. Και ας δούμε πιο προσεκτικά ορισμένα από τα «νούμερα».
Πρωταγωνιστής αυτής της υπεραπόδοσης είναι για ακόμη μία φορά ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ). Με εισπράξεις που άγγιξαν τα 12,34 δισ. ευρώ πέτυχε μια τεράστια υπέρβαση, η οποία έχει αφαιρεθεί ισόποσα από το διαθέσιμο εισόδημα του καταναλωτή. Ο ΦΠΑ ως γνωστόν λειτουργεί ως ένας «οριζόντιος» μηχανισμός φορολόγησης, ο οποίος κατά συνέπεια επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση, κρατάει τους συντελεστές σε ακραία υψηλά επίπεδα, επιτρέπει στον πληθωρισμό να λειτουργεί ως ένας άτυπος, επιπρόσθετος φόρος, ο οποίος αφαιρεί ακόμα μεγαλύτερα τμήματα από την αγοραστική δύναμη των πολιτών προς όφελος των δεικτών εκτέλεσης του Προϋπολογισμού.
Εδώ όμως εμφανίζονται κάποια «καινούργια σημάδια».
Αυτή η εισπρακτική πίεση έχει ήδη αρχίσει να δείχνει και να προκαλεί σοβαρές παρενέργειες στην πραγματική οικονομία. Η πλέον ανησυχητική ένδειξη έρχεται από το μέτωπο των Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (ΕΦΚ), όπου καταγράφηκε σημαντική υστέρηση ύψους 224 εκατομμυρίων ευρώ έναντι του στόχου. Η εξέλιξη αυτή εντοπίζεται ως αποτέλεσμα επιβράδυνσης της καταναλωτικής δαπάνης.
Αποτελεί δηλαδή ξεκάθαρο αποτύπωμα της αναγκαστικής μείωσης της κατανάλωσης στα καύσιμα και σε άλλες βασικές κατηγορίες προϊόντων. Οι καταναλωτές δηλαδή περιορίζουν δραματικά τις μετακινήσεις τους και τις βασικές τους ανάγκες, αφού η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του εισοδήματος λειτουργεί απαγορευτικά απέναντι στο δυσβάσταχτο κόστος και στην τεράστια επιβάρυνση από τους έμμεσους φόρους, ειδικά του ΕΦΚ τον οποίο πληρώνουμε διπλά αφού το δημόσιο επιβάλει να πληρώνουμε ΦΠΑ επί του ΕΦΚ!
Το γεγονός ότι η ακρίβεια «οδηγεί» σε κάμψη της κατανάλωσης στα καύσιμα είναι ένα στοιχείο που προειδοποιεί για τον κίνδυνο οικονομικής ασφυξίας.
Η υπερφορολόγηση μέσω των έμμεσων φόρων έχει εξαντλήσει τις αντοχές και η πτώση των εσόδων από τον ΕΦΚ είναι σαφής ένδειξη/προειδοποίηση ότι η φοροδοτική «ικανότητα» των καταναλωτών… στερεύει.
Τα υπερ-πλεονάσματα που στηρίζονται στην ακρίβεια φαίνεται πως δεν μπορούν πλέον να κρύψουν την πραγματικότητα. Η οικονομία – που για την Ελλάδα είναι άμεσα εξαρτημένη (70%) από την ιδιωτική κατανάλωση – οδηγείται σε επιβράδυνση, αφού το κόστος διαβίωσης διαχέεται στην οικονομική δραστηριότητα και την «καταστέλλει».
Αυτή είναι η ζωντανή πραγματικότητα πίσω από τις ενθουσιώδεις ανακοινώσεις της υπέρβασης των στόχων του Προϋπολογισμού.