Όλες οι έρευνες και οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν σχεδόν με ταυτόσημο τρόπο ένα βασικό στοιχείο: η ακρίβεια είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της κοινωνίας. Όχι ασφαλώς ολόκληρης της κοινωνίας, αλλά σχεδόν με απόλυτο τρόπο, εκείνου του τμήματος της κοινωνίας που μετράει το εισόδημά του και το μοιράζει με τις μέρες του μήνα που απομένουν για να δει αν μπορεί να τα βγάλει πέρα.
Και το κομμάτι αυτό της κοινωνίας είναι πλέον συντριπτικά πλειοψηφικό…
Κατά συνέπεια, η ακρίβεια είναι αυτό που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει, είτε τον αφορά άμεσα, είτε λόγω των συνεπειών της στην οικονομική και πολιτική πραγματικότητα. Και το ερώτημα είναι τι μπορεί να κάνει κανείς για να αναχαιτίσει αυτό το κύμα της σχεδόν σταθερής ανόδου των τιμών, που μαζί του γιγαντώνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και τις κοινωνικές αντιδράσεις. Όχι ότι ο πόλεμος δεν είναι άλλη μία πηγή ανησυχίας και κινδύνου, αλλά σε σύγκριση με την ακρίβεια παραμένει… πίσω. Προς το παρόν τουλάχιστον.
Για την Ευρώπη και μαζί της την Ελλάδα, η «πηγή» των δεινών της ακρίβειας είναι σαφής: ενεργειακή κρίση, κατακερματισμός των εμπορικών σχέσεων και για την Ελλάδα, ιδιαίτερα και επιπλέον αυτών, η χαμηλή παραγωγικότητα και το δομικό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, πέραν της υπερχρέωσης.
Κάποιος θα έκανε την σωστή παρατήρηση ότι επιπλέον οι αιτίες αυτές επιδεινώνονται από την ανεπαρκή κρατική εποπτεία και τον έλεγχο κατά της κερδοσκοπίας κ.λπ. Αλλά η βάση παραμένει η ενεργειακή κρίση και το γεγονός ότι ενέργεια και λιπάσματα έχουν εκτιναχθεί και παραμένουν στα ύψη χωρίς προοπτική – τουλάχιστον προς το παρόν – να γυρίσουν οι τιμές αυτές προς τα κάτω.
Και εδώ έρχεται να αναδυθεί το μεγαλύτερο όλων των προβλημάτων. Αυτός ο πληθωρισμός τιμών από εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες έχει μετατραπεί και παραμένει σιωπηρά εργαλείο «πλουτισμού» (!) του ελληνικού δημοσίου και βασικό εργαλείο δημοσιονομικής εξυγίανσης όσον αφορά το δημόσιο χρέος. Πώς γίνεται αυτό; Με πολύ απλό τρόπο. Όπως έχουμε πολλές φορές επισημάνει από τις γραμμές αυτές, μέσω της διατήρησης υψηλών συντελεστών έμμεσης φορολογίας, δηλαδή του ΦΠΑ και του ΕΦΚ.
Γιατί; Γιατί από τα βασικά είδη επιβίωσης έως και τα πλέον πολυτελή όσο αυξάνει η αρχική τιμή τους λόγω πληθωρισμού (τιμών εισαγωγής, κόστος παραγωγής, κ.λπ.), τόσο αυξάνει και ο έμμεσος φόρος κατανάλωσης σαν ποσοστό επί της τιμής τους, είτε είναι ένα κιλό ψωμί και μισό κιλό φέτα, είτε είναι μία υπερπολυτελής τσάντα Louis Vuitton…
Προφανώς για τον αγοραστή της Louis Vuitton το ύψος του ΦΠΑ που θα πληρώσει δεν έχει και τόση σημασία, αλλά έχει πολύ μεγάλη σημασία για εκείνον που θα πάει στο σούπερ μάρκετ, ο ΦΠΑ που θα πληρώσει για την φέτα, τα φρούτα ή το κρέας (εισαγωγής ή μη).
Για να μην πούμε για το ηλεκτρικό ρεύμα στο σπίτι του ή το μαγαζί του, ή το λίτρο της βενζίνης ή του πετρελαίου κίνησης που θα χρειαστεί για το αυτοκίνητο που θα τον μεταφέρει στην δουλειά του ή θα χρειαστεί να γεμίσει το ντεπόζιτο για να μεταφέρει τα εμπορεύματά του.
Και όλα αυτά πριν πάμε στον χειμώνα…
Αυτός ο πληθωρισμός τιμών προφανώς «γλιστράει» από τον παραγωγό προς τον καταναλωτή και εξαερώνει με ταχύτητα το ονομαστικό του εισόδημα, πολύ πιο γρήγορα από όσο μπορεί να το εξισορροπήσει μία ελλειμματική αύξηση μισθού ή της σύνταξης που αφορά – όταν γίνεται – το τι έχει υποστεί τον περασμένο χρόνο…
Υπάρχει βέβαια και μία άλλη πλευρά του πληθωρισμού, αυτή που επηρεάζει την διαμόρφωση του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού χρέους.
Όσο μεγαλώνουν οι «τιμές», τόσο αυξάνεται το ονομαστικό ΑΕΠ, κατά συνέπεια, ο παρονομαστής του κλάσματος που δείχνει παραμορφωτικά το πως εξελίσσεται το χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ. Το ποσοστό του χρέους σε απόλυτους αριθμούς, ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ, μειώνεται όσο ο πληθωρισμός αυξάνει ονομαστικά τον παρονομαστή, δηλαδή το ΑΕΠ. Για τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους ομίλους επίσης η ονομαστική λόγω πληθωρισμού αύξηση των εσόδων τους μειώνει το χρέος τους ως ποσοστό των εσόδων τους, βελτιώνοντας την πιστοληπτική τους εικόνα…
Αυτός που παραμένει στρυμωγμένος στην γωνία και «πληρώνει» τελικά – είναι ο ίδιος που ψηφίζει – είναι αυτός που με σχεδόν σταθερό εισόδημα, είτε μισθωτός, είτε συνταξιούχος, βλέπει την πραγματική αγοραστική του δύναμη να μειώνεται ισόποσα με τον πραγματικό (και όχι τον πολύ μικρότερο ονομαστικό) πληθωρισμό των τιμών. Αυτός ο πληθωρισμός αυξάνεται αυτόματα όχι μόνο από τον πληθωρισμό των τιμών αλλά και των έμμεσων φόρων που τον επιβαρύνουν στην καθημερινή του ζωή σαν ένα υψηλό ποσοστό επί της τιμής του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
Πόσο από αυτό το πραγματικό εισόδημα εξαφανίζεται καθημερινά από τα χέρια του κάθε μήνα και μεταφέρεται στα δημόσια ταμεία μέσω των έμμεσων φόρων του ΦΠΑ και του ΕΦΚ είναι εύκολο να το δει κανείς, απλώς παρακολουθώντας τις αποδείξεις που παίρνει στις καθημερινές του συναλλαγές.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι μέχρι πότε μπορεί αυτή η καθημερινή «αφαίμαξη» να συνεχίζεται με τους ίδιους ρυθμούς χωρίς να προκαλέσει πραγματικές αντιδράσεις, είτε πριν τις εκλογές, είτε μετά τις εκλογές…
