Site icon NewsIT
11:02 Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Όλες οι προϋποθέσεις για ένα δεύτερο κύμα πληθωρισμού μακράς διάρκειας είναι εδώ

Δύο πόλεμοι, ο καθένας με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ο ένας στην Μέση Ανατολή και ο άλλος στην Ουκρανία, πυροδοτούν ένα νέο κύμα ενεργειακής κρίσης «χωρίς προηγούμενο», μακράς διάρκειας, με προφανείς και άμεσες συνέπειες για τον πληθωρισμό.

Και όταν αυτό συμβαίνει οι αγορές απαιτούν μεγαλύτερες αποδόσεις για να χρηματοδοτήσουν «οτιδήποτε» και ειδικά την αναχρηματοδότηση χρέους, ενώ την ίδια στιγμή οι κεντρικές τράπεζες είναι έτοιμες να αυξήσουν και αυτές το κόστος του χρήματος (επιτόκια).

Τα παραπάνω δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία «φωτογραφία» των «δεδομένων» της τρέχουσας κατάστασης και της δυναμικής που αναπτύσσεται, ιδιαίτερα τα τελευταία 24ωρα.

Στον Περσικό Κόλπο η «εκεχειρία» από ότι φαίνεται ήταν ένα σύντομο «κακό αστείο», με τις συγκρούσεις να διευρύνονται πλέον και στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ η συγκέντρωση οπλικών συστημάτων στην περιοχή από πλευράς ΗΠΑ έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και συνεχίζεται. Το αποτέλεσμα είναι αφ’ ενός η διακοπή της διέλευσης μαζούτ, φυσικού αερίου και διυλισμένων καυσίμων από την περιοχή και αφετέρου μία αντίδραση των αγορών που έχει στείλει το πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου (δηλαδή «μυρωδιά» κινδύνου).

Στην Ουκρανία η ευρωπαϊκή οπλική και χρηματοδοτική τροφοδοσία έχει επιτρέψει στο Κίεβο παρά τις τεράστιες ζημιές που έχει υποστεί, να «χτυπάει» τελευταία αποτελεσματικά τις ρωσικές εγκαταστάσεις τόσο παραγωγής όσο και διύλισης ορυκτών καυσίμων. Η πτώση της παραγωγής και εξαγωγής λόγω των χτυπημάτων αυτών, ειδικά διυλισμένων ορυκτών καυσίμων είναι εξαιρετικά σημαντική καθώς η Ρωσία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας μαζούτ και ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας διυλισμένων καυσίμων στον κόσμο. Οι συνέπειες και εδώ όσο αφορά την τιμή ιδιαίτερα του ντίζελ είναι ενισχυτικές των τάσεων που προαναφέρθηκαν από τα «δεδομένα» της κρίσης στον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα.

Όπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο σημείωμα, είναι «γνωστό» στις αγορές ότι η διατήρηση της τιμής του αργού κοντά στα 80 δολάρια παρά τις εχθροπραξίες μέχρι πρόσφατα, ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού δύο κατά βάση λόγων. Αφ’ ενός της απελευθέρωσης τεράστιων ποσοτήτων από τα κρατικά αποθέματα καυσίμων (από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε.) και αφετέρου από την σιωπηρή δραστική μείωση της «ζήτησης» από την Κίνα η οποία ενεργοποίησε για τις ανάγκες της τα τεράστια δικά της αποθέματα (είναι τα μεγαλύτερα στον κόσμο).

Τώρα οι συνθήκες φαίνεται να αλλάζουν, όχι μόνο με την επιδείνωση στα πολεμικά μέτωπα, αλλά και από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν φτάσει στο όριο όσο αφορά την χρήση των αποθεμάτων τους, η Κίνα επανεξετάζει το ενδεχόμενο να «ξαναμπεί» στην αγορά μαζί με τις άλλες «διψασμένες» ενεργειακά οικονομίες της Ασίας και επιπλέον η Ευρώπη έχοντας εξαντλήσει τις δικές της «αποθήκες», αναζητά με τεράστια εσωτερική πίεση τροφοδοσία για να καλύψει τις επερχόμενες ανάγκες του χειμώνα.

Με άλλα λόγια μία «συγκυρία» λόγων που οι συνθήκες της δεκαετίας του ’70 αν συγκριθούν μαζί τους μοιάζουν με … παιδική χαρά.

Θα μπορούσε στα δεδομένα αυτά να αναγνωρίσει κανείς πράγματι την τρέχουσα κατάσταση σαν την «ενεργειακή κρίση που δεν έχει προηγούμενο».

Μια πολύ προσεκτική διατύπωση αυτής της δυναμικής μπορεί να την «διαβάσει» κανείς στα λόγια της κας Λαγκάρντ στην χθεσινή της συνέντευξη κατά την οποία, ναι μεν ανακοίνωσε ότι δεν αυξάνει τώρα η ΕΚΤ τα επιτόκια, αλλά όχι για τους «σωστούς» λόγους.

Δεν τα αυξάνει όχι γιατί δεν υπάρχει κίνδυνος πληθωρισμού αλλά γιατί δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει πόσο μεγάλο ακόμα μπορεί να γίνει το πρόβλημα αφ’ ενός και αφετέρου γιατί η κατάσταση της οικονομίας στην Ευρωζώνη είναι έτσι κι αλλιώς σε καθοδική πορεία με ένα πλαίσιο πολιτικής που προβλέπει διολίσθηση της ανάπτυξης και αύξηση των πληθωριστικών τάσεων. Ειδικά όπως είπε για το 2027…

Τι έχουμε λοιπόν; Υψηλές τιμές ενέργειας, άμεση προοπτική αύξησης πληθωρισμού και συμπίεση της δυνατότητας της οικονομίας να αντιδράσει.

Και μόνο το γεγονός ότι η ΕΚΤ συμπεριλαμβάνει τις αυξημένες δαπάνες για πολεμικούς εξοπλισμούς στις αναπτυξιακές δυνατότητες (!) της οικονομίας, είναι ενδεικτικό της ανυπαρξίας πραγματικής παραγωγικής δυναμικής, παρά την διαθεσιμότητα ΑΙ για αύξηση της παραγωγικότητας.

Στις συνθήκες αυτές οι «αγορές» αντιδρούν με τον γνωστό και απόλυτα φυσιολογικό τους τρόπο, αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης. Αυτό το είδαμε ιδιαίτερα τα τελευταία 24ωρα να εκδηλώνεται σχεδόν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη στα κρατικά ομόλογα…

Οι συνέπειες στα χρηματιστήρια είναι ένα νέο κύμα απωλειών εκατοντάδων δις δολαρίων στα χαρτιά των “hyperscalers”, αλλά το πρόβλημα είναι ακόμα πιο σοβαρό στην πραγματική οικονομία και τα νοικοκυριά. Και τα δύο είναι υπερχρεωμένα σε επίπεδα που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, αλλά τώρα με τον πληθωρισμό σε δυναμική νέας ανόδου πρέπει να «βρουν» τα χρήματα να πληρώσουν ακόμα μεγαλύτερους τόκους για δάνεια, που δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν με τα τρέχοντα εισοδήματα… Αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο και αυτή την φορά δεν αφορά μόνο στην Ελλάδα.

Και το ερώτημα είναι μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο τι θα κάνουν οι κυβερνήσεις;

Το ερώτημα θα μπορούσε να τεθεί και διαφορετικά: τι μπορούν να κάνουν οι κυβερνήσεις μιας και όπως είναι γνωστό ο «τετραγωνισμός του κύκλου» είναι μία …δύσκολη υπόθεση.

Εδώ στα… δικά μας, την απάντηση στο ερώτημα θα περιμένουμε να την ακούσουμε στην ΔΕΘ.

Αλλά «μαγικά» σήμερα δεν γίνονται… Και οι επιλογές που θα γίνουν μπορούν να κρίνουν τις εξελίξεις με πολύ πιο άμεσο και ευθύ τρόπο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν.

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version