Ασφαλώς μετά το Σαββατοκύριακο των κυβερνητικών εξαγγελιών στην ΔΕΘ, ο απολογισμός, ανάλογα του που τοποθετείται κανείς «κομματικά» εν όψη των επερχόμενων εκλογών, καταγράφεται ως θετικός ή αρνητικός.
Η αντιπολίτευση έχει κάθε λόγο να αμφισβητεί ή να κρίνει ως ανεπαρκές, το ένα ή το άλλο «μέτρο» που εξαγγέλθηκε το Σάββατο και την Κυριακή, χωρίς βέβαια η ίδια, σε όλες τις εκδοχές της, να έχει παρουσιάσει μία «ποιοτικά» διαφορετική αντιπρόταση.
Οι διαφορές κυρίως καταγράφονται ως «ποσοτικές» και τίποτα το ουσιαστικά διαφορετικό.
Πέραν όμως των εξαγγελιών και της κριτικής της αντιπολίτευσης, υπάρχει και η… πραγματικότητα.
Αυτή είναι αμείλικτη και απαιτεί απαντήσεις που δεν φαίνεται ότι μπορούν να δοθούν ούτε από την κυβέρνηση, ούτε από τους πρώτους της λίστας της αντιπολίτευσης.
Η «πραγματικότητα» αυτή δεν είναι άλλη από την σταθερή πρόκληση του πληθωρισμού που έχει ξεπεράσει πλέον την ενεργειακή κρίση σαν σταθερή και επίμονη γενεσιουργό αιτία.
Τα πράγματα είναι μάλλον απλά.
Ο Covid, o νομισματικός πληθωρισμός και η αμηχανία των Κεντρικών Τραπεζών, η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος (στον Περσικό Κόλπο και την Ουκρανία), έχουν συνθέσει, ένα πλαίσιο συνθηκών λειτουργίας της οικονομίας, στο οποίο οι κυβερνήσεις, πολιτικά (π.χ. η Γερμανία και ο χθεσινός σεισμός στην Σαξονία) και οικονομικά, εμφανίζονται απολύτως αδύναμες να βάλουν στο τραπέζι «απαντήσεις».
Η αμοιβή από την εργασία (μισθοί, συντάξεις, κ.λ.π.) αυξάνονται (όταν έχουν αυτή την «τύχη»), με ρυθμούς πολύ πιο χαμηλούς και αργούς από τους συντελεστές με τους οποίους φορολογούνται έμμεσα και άμεσα και οι οποίοι διογκώνονται σιωπηρά σε πραγματικούς όρους από τον πληθωρισμό.
Με λίγο διαφορετικά λόγια, μπορούμε απλά να πούμε ότι τα εισοδήματα από εργασία, μειώνονται σταθερά σε πραγματικούς όρους σε ολοένα και μεγαλύτερη απόκλιση από την ταχύτητα με την οποία αυξάνονται οι τιμές και το συνολικό κόστος ζωής.
Μια ακολουθία, γενεσιουργός της κοινωνικής απελπισίας, σε σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, φαίνεται να κυριαρχεί και διαλύει κάθε αυταπάτη, εν δυνάμει διορθωτικών κινήσεων από την πλευρά των κυβερνήσεων.
Και τίποτα από τα «πακέτα» που οι κυβερνήσεις, ακόμα και εν όψη εκλογών, εξαγγέλλουν δεν ανακόπτει αυτή την σταθερή απόκλιση.
Ούτε καν εξαγγελίες που εμφανίζουν κάποιες «εφ άπαξ» και «επι μέρους» ελαφρύνσεις στο ένα ή στο άλλο τμήμα της εκάστοτε πολιτικής πελατείας.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, σε ένα περιβάλλον που λόγω των τεράστιων αλλαγών που έχουν μεσολαβήσει στον τρόπο ενημέρωσης και πληροφόρησης του εκλογικού κοινού, ο χρόνος που «αντέχει» η κάθε προεκλογική εξαγγελία μέχρι να δοκιμαστεί η πρακτική της συνέπεια από την καθημερινή πραγματικότητα, τείνει στο… μηδέν.
Οι νεότερες γενιές ψηφοφόρων δεν έχουν ζήσει και δεν κουβαλάνε στις μνήμες τους, το πως ο πληθωρισμός «λειτούργησε» στο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον της δεκαετίας του 70.
Το ζουν όμως σήμερα, χωρίς να έχουν ακόμα «ιδέα» για το πως οι ίδιοι θα αντιδράσουν και τι θα κάνουν μέσα σ’ αυτό το νέο περιβάλλον. Οι πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες όμως το γνωρίζουν.
Γι’ αυτό και δεν θα έπρεπε να ξαφνιάζονται και να δηλώνουν… έκπληκτοι όπως ο κ. Μέρτζ στην Γερμανία για όσο συνέβησαν χθες στην Σαξονία.
Η ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο απέναντι στις ίδιες αιτίες ανάλογα τις εκάστοτε συνθήκες.
Οι «ψηφοφόροι» αντιδρούν στην πραγματικότητα που ζουν, αλλάζοντας πολλές φορές την «πράξη» τους, ανάλογα την συγκυρία ακόμα και απέναντι στην ίδια αιτία.
Οι «πολιτικοί» όμως γνωρίζουν, ή τουλάχιστον οφείλουν να γνωρίζουν «ιστορία». Γιατί αυτή ποτέ δεν τους… αγνοεί.