Site icon NewsIT
11:15 Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

Τα «κόκκινα δάνεια» (npls) μπαίνουν και πάλι σε… διακεκαυμένη ζώνη

Ακίνητα

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Νομίζαμε ότι είχαμε τελειώσει με τις πληγές της δεκαετίας των μνημονίων αλλά η μεγαλύτερη εξ αυτών, τα κόκκινα χρέη, παραμένει ανοικτή και κινδυνεύει να… κακοφορμίσει πάλι, λόγω πληθωρισμού, αυξημένου κόστους του χρήματος και «άπληστης» διαχείρισης εκ μέρους των σημερινών κατόχων τους.

Γιατί το λέμε αυτό; Γιατί ο οικονομικός ορίζοντας αρχίζει να σκοτεινιάζει με τον πληθωρισμό να επιμένει και να εντείνεται, τα επιτόκια να αυξάνονται και τις πιέσεις στους δανειολήπτες να επιδεινώνονται.

Ας τα πάρουμε όμως, άλλη μία φορά από την αρχή για να δούμε την πλήρη εικόνα.

Τα ιδιωτικά «κόκκινα χρέη», που προέκυψαν από την ασφυκτική συμπίεση του ΑΕΠ κατά 25% μέσα σε λιγότερο από δέκα χρόνια με τρία μνημόνια, προκάλεσαν μία χωρίς ιστορικό προηγούμενο αύξηση της αδυναμίας αποπληρωμής ιδιωτικών δανείων που ξεπερνούσαν τα 105-107 δισ. ευρώ.

Ήρθε ο γνωστός «Ηρακλής Ι και ΙΙ και ΙΙΙ» και με την διαμεσολάβηση της ΕΚΤ και την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου, επέτρεψε τον «τετραγωνισμό του κύκλου» και την μετακόμιση αυτών των ζημιών εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Και κάπως έτσι σώθηκαν οι τράπεζες, αφού πριν πλήρωσαν την νύφη τα ασφαλιστικά ταμεία, οι συντάξεις και οι μισθοί.

Οι «αποθήκες» αυτών των ζημιών, που στην μεταφορά τους από τις τράπεζες στα Funds και τους Servicers μετονομάσθηκαν από ζημιές σε assets μέσω της τιτλοποίησης, δεν εξαφάνισαν τα κόκκινα χρέη. Τα χρησιμοποίησαν τόσο σαν assets προς διαπραγμάτευση στην δευτερογενή αγορά, όσο και σαν πηγή ανάκτησης κεφαλαίου.

Κάπως έτσι από τα 107 δισ. ευρώ αρχικά, μέχρι σήμερα τα κόκκινα χρέη έχουν μειωθεί σε περίπου 70 δισ. Και συνεχίζεται η προσπάθεια αποπληρωμής ή μετάλλαξής τους σε εξυπηρετούμενα. Αλλά με το… σταγονόμετρο πλέον.

Γιατί; Γιατί στο μεταξύ η ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας μετά το σοκ των τριών μνημονίων, έχει φρενάρει και τα διαθέσιμα εισοδήματα δεν επαρκούν για να συνεχιστεί η διαδικασία. Κάπου εκεί έρχονται ο πληθωρισμός και η εκ νέου αύξηση των επιτοκίων ενόψει μίας αναθέρμανσης του ενδεχόμενου κρίσης χρέους και το πράγμα αρχίζει να… φρενάρει.

Με απλά λόγια, ό,τι έγινε μέχρι σήμερα στην βελτίωση και αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους μπαίνει σε ένα νέο χρηματοοικονομικό και δημοσιονομικό περιβάλλον, που δεν ευνοεί την συνέχιση της σχετικής διαδικασίας. Άλλωστε, η ίδια η διαδικασία έχει «ωριμάσει» με την έννοια πως ό,τι ήταν να γίνει από πλευράς δανειοληπτών για την βελτίωση της αποπληρωμής των δανείων τους έχει σχεδόν εξαντληθεί τόσο από οικονομικής πλευράς όσο και από ηλικιακής, καθώς οι δανειολήπτες δεν μπορούν ηλικιακά να δεσμευθούν για αναδιαρθρώσεις υποχρεώσεων μακροπρόθεσμου χαρακτήρα.

Επιπλέον όμως, οι νέοι «κάτοχοι» και διαχειριστές των δανείων τους δεν λένε να αναγνωρίσουν προς όφελος μίας διευθέτησης των δανείων το γεγονός ότι στα δάνεια με εγγυήσεις τα ακίνητα έχουν στα χέρια τους ακίνητα με πολύ ψηλότερη ονομαστική αξία από εκείνη που είχαν αρχικά. Με απλά λόγια, ένας servicer που διαχειρίζεται ένα δάνειο με εγγύηση ακινήτου κρατάει στα χέρια του εγγύηση με πολύ μεγαλύτερη – πολλές φορές και 50% – αξία από εκείνη που είχε το ακίνητο όταν μεταβιβάσθηκε στο δάνειο από την τράπεζα… Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά αυτή δεν τίθεται στην διάθεση του δανειολήπτη σαν αξία που διευκολύνει την αναδιάρθρωση του δανείου. Εξ ου και το αδιέξοδο των πολλαπλών ρυθμίσεων, που δεν καταλήγουν τελικά σε αποτέλεσμα, με συνέπεια να έχουν φρενάρει και οι ρυθμίσεις των δανείων.

Το αδιέξοδο αρχίζει να γίνεται ακόμα πιο πιεστικό, καθώς η αύξηση των επιτοκίων και η επιδείνωση της πραγματικής αξίας των μισθών και συντάξεων, λόγω πληθωρισμού, περιορίζει την ικανότητα των δανειοληπτών να ανταποκριθούν στα δάνειά τους, παρά το γεγονός ότι αυξάνει η ονομαστική τιμή των ακινήτων εγγυήσεων. Η «εικόνα» αυτή και οι τάσεις που διαμορφώνονται κάνουν ολοένα και πιο φανερό ότι τα «κόκκινα χρέη» επανέρχονται στο προσκήνιο σαν βασικός παράγοντας της οικονομικής ζωής και δραστηριότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων, γιατί τα κόκκινα δάνεια παραμένουν σήμερα σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο. Μη ξεχνάμε ότι είναι πάνω από 70 δισ. ευρώ, ήτοι κάτι περισσότερο από 33-34% του ΑΕΠ.     

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version