Το ΔΝΤ, όπως αποκαλύπτεται από σχετικές αναφορές σε διεθνή οικονομικά ΜΜΕ πριν από μερικούς μήνες προχώρησε, χωρίς ιδιαίτερη δημοσιότητα, σε μία μελέτη που αφορά στις συνέπειες της εισαγωγής της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εργασία, όσο αφορά στα δημόσια οικονομικά.
Η μελέτη έδωσε ιδιαίτερη προσοχή όπως αποκαλύπτεται σήμερα, στις συνέπειες που αναμένεται να υπάρξουν στα δημόσια οικονομικά και στην λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων εσόδων που χρηματοδοτεί τις κρατικές δαπάνες προέρχεται από τον φόρο στην μισθωτή εργασία.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη με τις εφαρμογές της αυξάνει σαν τάση την παραγωγικότητα της εργασίας και κατά συνέπεια έρχεται να μειώσει τις ανάγκες σε εργαζόμενους. Κατά συνέπεια επηρεάζει άμεσα την ικανότητα του δημοσίου για διασφάλιση φορολογικών εσόδων από την φορολόγηση των εισοδημάτων από την εργασία με τα οποία καλύπτεται ο Προϋπολογισμός, κ.λ.π.
Τα σενάρια που επεξεργάστηκαν οι μελετητές του ΔΝΤ και τα οποία δεν έχουν βρει την δημοσιότητα που θα έπρεπε, εξετάζουν τις συνέπειες, ειδικά για τις οικονομίες που στηρίζονται κατά βάση στην φορολόγηση της εργασίας και της κατανάλωσης, όπως για παράδειγμα η ελληνική οικονομία. Τα σενάρια δεν εντοπίζονται ονομαστικά σε παραδείγματα όπως το ελληνικό, αλλά διερευνούν τις συνέπειες σε οικονομίες με τα χαρακτηριστικά αυτά.
Τι συμβαίνει λοιπόν σε ένα φορολογικό σύστημα που στηρίζεται στη φορολόγηση της εργασίας και της κατανάλωσης, τη στιγμή που η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να διαβρώνει και τα δύο αυτά εισοδηματικά «θεμέλια» ταυτόχρονα;
Η ανάλυση, υπενθυμίζει ότι στις ανεπτυγμένες οικονομίες (ΟΟΣΑ) το μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων φορολογικών εσόδων προέρχεται από τους μισθωτούς και τη μισθοδοσία τους, σε ποσοστό υπερδιπλάσιο των φορολογικών εσόδων από την φορολογία επιχειρήσεων.
Με βάση αυτή την παρατήρηση επισημαίνει την «εξάρτηση» των δημόσιων οικονομικών (από την αυτοματοποίηση που προωθεί και αναπτύσσει η ΑΙ), αφού απειλεί άμεσα τα δημόσια έσοδα, καθώς «καταστρέφονται» θέσεις εργασίας κατά βάση στον χώρο των υπηρεσιών. Και αυτή η προοπτική αρχίζει να εμφανίζεται σαν άμεση πραγματικότητα πλέον σε πολλούς τομείς, από τον χρηματοπιστωτικό τομέα έως τα ΜΜΕ και τις νομικές υπηρεσίες, ή τις μεταφορές και αλλού, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και υλοποίησης.
Το ερώτημα για το εύρος των συνεπειών αυτών, αν επιχειρήσουμε να το «δούμε» στην Ελλάδα, εμφανίζεται εξαιρετικά οξύ και… δυσοίωνο.
Έχουμε ήδη αναφερθεί σε πρόσφατα σημειώματα στα Οικονοκλαστικά στο γεγονός ότι η ελληνική είναι μια οικονομία όπου η φορολογική βάση είναι διπλά επιβαρυμένη, αφ’ ενός από τον υψηλό πραγματικό συντελεστή φορολόγησης της εργασίας και αφετέρου από την υψηλότερη σε επίπεδο ΕΕ εξάρτηση των εσόδων από τους έμμεσους φόρους, τον ΦΠΑ και τον ΕΦΚ.
Σύμφωνα με τα σενάρια «διάβρωσης» της εργασίας από την ΑΙ, που αναλύει και περιγράφει το ΔΝΤ, η Ελλάδα λιγότερο ή περισσότερο, θα αντιμετωπίσει δύο μεγάλα ρήγματα ταυτόχρονα στα δημόσια οικονομικά της.
Το ένα αφορά στο γεγονός ότι θα «χρειάζεται» και θα έχει λιγότερους μισθωτούς να φορολογούνται στο εισόδημα και το άλλο αφορά στο γεγονός ότι αυτό θα έχει ως άμεση συνέπεια μικρότερη καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή λιγότερα έσοδα ΦΠΑ/ΕΦΚ, καθώς η ανεργία και η υποαπασχόληση θα συμπιέζουν τα διαθέσιμα εισοδήματα. Και οι δύο αυτοί πυλώνες του ελληνικού φορολογικού «μοντέλου» βασίζονται στην ίδια πηγή, την αμειβόμενη μισθωτή εργασία, είτε άμεσα, είτε μέσω της κατανάλωσης, καθώς αυτός ο συνδυασμός χρηματοδοτεί τα δημόσια οικονομικά. Με άλλα λόγια η χώρα εμφανίζεται ιδιαίτερα εκτεθειμένη σε ένα «σοκ» που αλλού σε άλλες καταστάσεις της οικονομίας, ίσως απορροφηθεί ευκολότερα από πιο διαφοροποιημένες φορολογικές πολιτικές αλλά και την παραγωγική βάση της οικονομίας.
Το ζήτημα περιπλέκεται περαιτέρω από την «τριπλή εξάρτηση» που έχουμε ήδη επιχειρήσει να επισημάνουμε στα Οικονοκλαστικά, ήτοι το υψηλό δημόσιο χρέος, τεράστιο αλλά «ημιορατό» ιδιωτικό χρέος και βέβαια το έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Στο τελευταίο μάλιστα στοιχείο δηλαδή στο έλλειμμα του Ισοζυγίου η “στιγμή” της εισαγωγής της ΑΙ έρχεται να συμπέσει με την απόσυρση του μεγαλύτερου χρηματοδοτικού βραχίονα της οικονομίας το Ταμείο Ανάκαμψης αυξάνοντας ακόμα περισσότερο το εν δυνάμει «κενό» ή αλλιώς «τρύπα»…
Μια απώλεια εσόδων από φόρους στην εργασία και έμμεσους φόρους (ΦΠΑ/ΕΦΚ) θα συμπιέσει το δημοσιονομικό σκέλος ακριβώς τη στιγμή που η εγχώρια οικονομία για τους γνωστούς λόγους «διαθέτει» ελάχιστο δημοσιονομικό χώρο λόγω του υψηλού χρέους και η συρρίκνωση των εισοδημάτων νοικοκυριών θα υποχρεωθεί να αυξήσει την προσφυγή σε δανεισμό, τροφοδοτώντας ακόμα περισσότερο το ιδιωτικό χρέος.
Η εγχώρια οικονομία που κατά κύριο λόγο καταναλώνει παρά παράγει τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, βρίσκεται με άλλα λόγια στην κατηγορία οικονομιών που το ΔΝΤ στην μελέτη του χαρακτηρίζει περισσότερο ευάλωτες σε αυτή τη διάβρωση και στις συνέπειες του τεχνολογικού σοκ.
Το να προσθέσουμε ότι παρ’ όλα αυτά δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι αυτό το «σοκ» έχει συμπεριληφθεί στους προβληματισμούς αναπροσανατολισμού του οικονομικού σχεδιασμού της χώρας, δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερο νόημα, καθώς οι επερχόμενες εκλογές φαίνεται να είναι το μοναδικό στοιχείο που απασχολεί τα κομματικά επιτελεία…