Πολλαπλές οι επιπτώσεις της βίαιης συμπεριφοράς σε σωματική και ψυχική υγεία τόσο για τα θύματα όσο και για τους παραβάτες. Η βία στους ανήλικους αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα παγκοσμίων, με την Ελλάδα δυστυχώς να μην αποτελεί εξαίρεση.
Μόλις το πρώτο 6μηνο του 2025, συνελήφθησαν 433 ανήλικοι για υποθέσεις βίας ενώ οι ανήλικοι που κατηγορήθηκαν για σωματικές βλάβες ξεπέρασαν τους 3.300, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Αστυνομίας.
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Παράλληλα, σχηματίστηκαν εκατοντάδες δικογραφίες για κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών από ανηλίκους, γεγονός που αποτυπώνει τη σύνδεση της βίας και με άλλες μορφές παραβατικής συμπεριφοράς.
Η ανησυχητική αυτή εικόνα είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται από το 2024, χρονιά κατά την οποία, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, καταγράφηκαν 10.968 υποθέσεις παραβατικότητας με ανήλικους δράστες. Πρόκειται για αύξηση άνω του 40% σε σύγκριση με το 2023.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί δε το γεγονός ότι η παραβατικότητα εμφανίζεται πλέον σε ολοένα και μικρότερες ηλικίες,
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Τη ζοφερή εικόνα επιβεβαιώνει και ο πρόεδρος της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλης Γιανάκος, κάνοντας λόγο για 3.000 παιδιά κάθε χρόνο που καταλήγουν στα νοσοκομεία από ξυλοδαρμούς συνομηλίκων.
Κάποια από αυτά μάλιστα, όπως αναφέρει ο κ. Γιαννάκος, είναι ακόμη και μαθητές δημοτικού, ενώ επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα σταθερό και ανησυχητικό μοτίβο, που εξελίσσεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και επανέρχεται στην επικαιρότητα μόνο όταν ένα περιστατικό καταλήγει σε τραγωδία.
Αντίστοιχα φαινόμενα φυσικά παρατηρούνται και σε διεθνές επίπεδο. Ενδεικτική η περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας, όπου η εφηβική εγκληματικότητα αποτελεί πλέον ένα από τα κεντρικά ζητήματα της δημόσιας συζήτησης. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Youth Justice Statistics, για το 2022–2023, το 14% των συλλήψεων για βίαια εγκλήματα αφορούσε ανήλικους δράστες.
Παράλληλα, οι αρχές κατέγραψαν αύξηση των περιστατικών επίθεσης με μαχαίρι, συμμετοχής σε συμμορίες και χρήσης βίας μέσα σε σχολεία ή δημόσιους χώρους. Όπως επισημαίνεται, η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης παίζει συχνά ρόλο στη διάδοση ή και την «προώθηση» τέτοιων περιστατικών.
Τραυματικά βιώματα και η επίδρασή τους στην εφηβική βία και παραβατικότητα
Η αύξηση της βίας και της παραβατικότητας μεταξύ ανηλίκων είναι ένα πολύπλοκο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, στο οποίο εμπλέκονται κοινωνικές, οικογενειακές, ψυχολογικές και πολιτισμικές μεταβλητές. Για να κατανοηθεί δε ουσιαστικά και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, απαιτείται διεπιστημονική προσέγγιση, με συμμετοχή κοινωνιολόγων, παιδοψυχολόγων, παιδαγωγών, νομικών και άλλων ειδικών.
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό βιβλίο Adverse Childhood Experiences – Recent Advances (IntechOpen), έρχεται να εστιάσει σε μία από τις πιο κρίσιμες παραμέτρους του προβλήματος: τον ρόλο των τραυματικών εμπειριών της παιδικής ηλικίας στην εμφάνιση εγκληματικής ή αντικοινωνικής συμπεριφοράς κατά την εφηβεία.
Η μελέτη επικεντρώνεται στο πώς οι «δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας», «ACEs» (Adverse Childhood Experiences) συσσωρεύονται και αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο της παραβατικής συμπεριφοράς.
Οι εμπειρίες αυτές περιλαμβάνουν γεγονότα και περιστατικά όπως:
- σωματική, σεξουαλική και συναισθηματική κακοποίηση,
- σωματική και συναισθηματική παραμέληση,
- ενδοοικογενειακή βία και κατάχρηση ουσιών στο σπίτι,
- ψυχική ασθένεια ή φυλάκιση γονέα,
- παρακολούθηση βίας στο σπίτι ή σε κοντινό περιβάλλον.
Πρόκειται για παράγοντες που επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί μαθαίνει να αντιλαμβάνεται τη βία, τις σχέσεις και τον κόσμο γύρω του. Τα ACEs έχουν χρησιμοποιηθεί διεθνώς ως πλαίσιο για την κατανόηση πολύπλευρων δυσκολιών στην ανάπτυξη και συμπεριφορά ανθρώπων σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.
Να σημειωθεί εδώ ότι το ψυχικό τραύμα δεν προκαλεί αυτόματα βία σε κάθε άτομο, ούτε η βία προκύπτει μόνο από τραυματικές εμπειρίες ή οπωσδήποτε μετά από τραυματικές εμπειρίες. Δεν υπάρχει δηλαδή σχέση αιτίας – αποτελέσματος. Η επιστημονική βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι το τραύμα λειτουργεί ως ένας σημαντικός επιβαρυντικός παράγοντας.
Με άλλα λόγια οι δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας συνδέονται στατιστικά με υψηλότερο κίνδυνο παραβατικότητας, όμως δεν αποτελούν άμεση και μοναδική αιτία της βίαιης συμπεριφοράς.
Κεντρικά ευρήματα της μελέτης
1. Η εφηβεία είναι περίοδος ευαλωτότητας. Όπως εξηγούν οι συγγραφείς, η εφηβεία είναι μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία οι βιολογικές αλλαγές συνυπάρχουν με έντονες κοινωνικές και ψυχολογικές πιέσεις. Σε αυτή την εύθραυστη φάση, που η προσωπικότητα και η ταυτότητα του εφήβου βρίσκονται υπό διαμόρφωση, η επιρροή της οικογένειας και των συνομηλίκων είναι καθοριστική
2. Η οικογένεια διαμορφώνει πρότυπα συμπεριφοράς (Θεωρία Κοινωνικής Μάθησης), Η μελέτη υπογραμμίζει ότι η οικογένεια είναι το πρώτο και πιο ισχυρό περιβάλλον κοινωνικοποίησης για κάθε παιδί. Όταν μέσα στην οικογένεια η βία είναι παρούσα, αποδεκτή ή ατιμώρητη, τα παιδιά εκπαιδεύονται με αυτή, τη «μαθαίνουν» ως εργαλείο επίλυσης συγκρούσεων.
Βάσει της Θεωρίας της Κοινωνικής Μάθησης, ο έφηβος δεν αντιδρά απλώς παρορμητικά, αλλά συχνά μιμείται τα βίαια πρότυπα που είδε στο σπίτι του. Ερευνητικά ευρήματα δείχνουν ότι:
- τα παιδιά που εκτίθενται σε κακοποίηση ή παραμέληση (άμεση έκθεση)είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν παραβατικές ή αντικοινωνικές συμπεριφορές,
- όταν ένα παιδί συχνά βλέπει βίαιες αντιδράσεις στο σπίτι (έμμεση έκθεση), εισάγει αυτό το πρότυπο και στις δικές του κοινωνικές σχέσεις,
- η απουσία υποστήριξης ή η ψυχοκοινωνική πίεση λόγω οικονομικών προβλημάτων εντείνει την τάση για αντιδραστική συμπεριφορά.
3. Η σχέση τραύματος και συμπεριφοράς (Βιολογικές επιπτώσεις). Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι η συνεχής έκθεση σε δυσμενείς εμπειρίες προκαλεί τοξικό στρες, το οποίο μπορεί να μεταβάλει όχι μόνο τις κοινωνικές αντιλήψεις, αλλά και τις νευροψυχολογικές λειτουργίες του εφήβου, όπως η διαχείριση των παρορμήσεων από τον εγκέφαλο. Αυτό σημαίνει ότι:
- η εμπειρία τραυματικών συμβάντων σχετίζεται με μειωμένο αυτοέλεγχο, καθώς επηρεάζεται η ικανότητα του εγκεφάλου να «φρενάρει» την επιθετικότητα,
- η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε στρες οδηγεί σε ενισχυμένη τάση για βία όταν ο νέος έρχεται αντιμέτωπος με συγκρούσεις.
4. Οικογενειακοί, κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες (Η συμμορία ως καταφύγιο)
Οι συγγραφείς εντοπίζουν ότι:
- οι σχέσεις με συνομηλίκους και η ένταξη σε ομάδες ή «συμμορίες» ενισχύουν τις τάσεις παραβατικότητας. Εδώ, η μελέτη τονίζει ότι οι έφηβοι με ACEs συχνά βλέπουν τη συμμορία ως ένα υποκατάστατο οικογένειας, αναζητώντας εκεί την αποδοχή που στερήθηκαν,
- η φτώχεια, η απομόνωση και η έλλειψη εκπαιδευτικής υποστήριξης αυξάνουν τον κίνδυνο,
- οι ψυχολογικές συνέπειες των ACEs (π.χ. χαμηλή αυτοεκτίμηση, αυξημένο άγχος) λειτουργούν ως καταλύτες για αντικοινωνικές πράξεις.
Συμπεράσματα της μελέτης:
- εφηβική παραβατικότητα δεν είναι απλώς θέμα προσωπικής «κακής συμπεριφοράς» ή εφήμερης απερισκεψίας· αντίθετα, συχνά έχει τις βάσεις της στις πρώιμες δυσμενείς εμπειρίες της παιδικής ηλικίας,
- η οικογένεια και το κοινωνικό περιβάλλον λειτουργούν ως πρώιμα πρότυπα συμπεριφοράς με διαρκείς επιδράσεις στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και των αντιλήψεων των νέων,
- η πρόληψη της παραβατικότητας απαιτεί ολοκληρωμένες παρεμβάσεις που ξεκινούν από την παιδική ηλικία, εστιάζουν στην υποστήριξη των οικογενειών και παρέχουν ψυχοκοινωνική βοήθεια στα παιδιά που βιώνουν τραυματικές εμπειρίες.
Όπως καταλήγει η μελέτη, χωρίς επιστημονικά τεκμηριωμένη και πολυεπίπεδη αντιμετώπιση των παραγόντων που πυροδοτούν ή εμποδίζουν παραβατικές συμπεριφορές, η ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών πρόληψης και ελέγχου θα παραμείνει αδύναμη — ενώ η εφηβική βία θα συνεχίσει να υπονομεύει τη συνοχή και το μέλλον της νέας γενιάς.
Πηγή iatropedia.gr