Site icon NewsIT
14:33 Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Bloomberg: Η Ευρώπη ξανασκέφτεται τα πυρηνικά στην εποχή της αβεβαιότητας του Τραμπ

Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξετάζουν πλέον, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το ενδεχόμενο ανάπτυξης δικού τους πυρηνικού αποτρεπτικού μηχανισμού

Μακρόν - Μερτς / REUTERS / Murad Sezer

Η προσωρινή διακοπή της ανταλλαγής στρατιωτικών πληροφοριών από τις ΗΠΑ προς την Ουκρανία τον Μάρτιο του 2025 προκάλεσε άμεσες επιχειρησιακές συνέπειες στο πεδίο της μάχης και ταυτόχρονα πολιτική αναταραχή στην Ευρώπη, επαναφέροντας στο προσκήνιο – για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο – τη συζήτηση περί ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής.

Μέσα σε λίγες μόλις μέρες οι ουκρανικές δυνάμεις υπέστησαν σημαντικές ήττες, ενώ οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι του Κιέβου παρακολουθούσαν έντρομοι την εξέλιξη. Το περιστατικό έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Οι ΗΠΑ δεν είναι πλέον εγγυημένα αξιόπιστος στρατιωτικός εταίρος, και η Ευρώπη χρειάζεται ένα εναλλακτικό σχέδιο.

Αυτό το γεγονός φαίνεται πως έχει ανοίξει συζητήσεις σε πρωτοφανές επίπεδο. Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εξετάζουν πλέον, για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το ενδεχόμενο ανάπτυξης δικού τους πυρηνικού αποτρεπτικού μηχανισμού, όπως αναφέρει το Bloomberg επικαλούμενο πηγές που έχουν γνώση των στρατιωτικών συνομιλιών και των συζητήσεων των κυβερνήσεων.

Οι συνομιλίες διεξάγονται διακριτικά, κυρίως μεταξύ χωρών που φιλοξενούν αμερικανικά στρατιωτικά μέσα, βρίσκονται κοντά στη Ρωσία και αισθάνονται άμεση απειλή από τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η Ευρώπη βασίζεται σήμερα στην αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα», που περιλαμβάνει αμερικανικά όπλα εγκατεστημένα στην ήπειρο και τη ρήτρα συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ. Αν η αξιοπιστία αυτής της δέσμευσης αμφισβητηθεί, η ήπειρος μένει αντιμέτωπη με μια Ρωσία που διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο παγκοσμίως.

Μόνο Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν πυρηνικά

Στην Ευρώπη, μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, αναμένεται να αναφερθεί εκ νέου στη δυνατότητα επέκτασης της γαλλικής αποτροπής προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε επικείμενη ομιλία του, μετά από διαβουλεύσεις με τους συμβούλους του. Ήδη από πέρυσι είχε αφήσει ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο, μετά τις εξελίξεις στην Ουκρανία.

Από την πλευρά του, το Ηνωμένο Βασίλειο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς οι πύραυλοί του κατασκευάζονται από την αμερικανική εταιρεία Lockheed Martin, παρότι τα υποβρύχια είναι βρετανικής κατασκευής και το Λονδίνο διατηρεί επιχειρησιακή αυτονομία.

Αντιθέτως, η Γαλλία έχει τη δυνατότητα παραγωγής δικών της πυρηνικών κεφαλών.

Θεωρητικά, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, με σημαντικό όμως οικονομικό και πολιτικό κόστος, καθώς θα απαιτούνταν παραβίαση διεθνών συμφωνιών μη διάδοσης. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να αποδεχθούν ότι η υπεράσπιση συμμάχου συνεπάγεται τον κίνδυνο να καταστούν οι ίδιες στόχος αντιποίνων.

«Φανταστείτε ότι η Ρωσία εισβάλλει στην Εσθονία», ανέφερε ο Πάβελ Πόβντιγκ, ερευνητής στο Ινστιτούτο Αφοπλισμού των Ηνωμένων Εθνών. «Η Γαλλία έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τεράστια ζημιά στη Ρωσία, αλλά η Ρωσία θα μπορούσε να προκαλέσει αντίστοιχη ζημιά στη Γαλλία. Θα ήταν το Παρίσι διατεθειμένο να το διακινδυνεύσει;».

Η πυρηνική αποτροπή στο επίκεντρο της Διάσκεψης του Μονάχου

Η συζήτηση για την πυρηνική αποτροπή αναμένεται να κυριαρχήσει και στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Ωστόσο, ειδικοί εκτιμούν ότι η πλήρης αντικατάσταση της αμερικανικής ομπρέλας είναι οικονομικά δυσβάστακτη. Το 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο δαπάνησαν πάνω από 530 δισ. δολάρια για άμυνα, ποσό που ήδη πιέζει τους προϋπολογισμούς.

Η Ντάρια Ντολζικόβα, ερευνήτρια στο Royal United Services Institute, εκτιμά ότι μια πανευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή δεν είναι ρεαλιστική. «Δεν βλέπω μια ενιαία ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το ζητούμενο είναι πώς η γαλλική και η βρετανική στρατηγική μπορούν να ενισχύσουν τη συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Γαλλία και Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν περίπου 400 αναπτυγμένες κεφαλές, έναντι 1.670 των ΗΠΑ. Παρά το μικρότερο μέγεθος, η ισχύς τους επαρκεί για την καταστροφή εκατοντάδων πόλεων. Η Ρωσία, ωστόσο, διαθέτει ευρύτερο φάσμα τακτικών επιλογών, συμπεριλαμβανομένων μικρότερων πυρηνικών όπλων.

Οι δύο χώρες δαπανούν περίπου 12 δισ. δολάρια ετησίως για τη συντήρηση των οπλοστασίων τους. Η πολιτική αποδοχή μιας ενδεχόμενης επέκτασης της αποτροπής προς άλλες χώρες δεν θεωρείται δεδομένη, ιδίως ενόψει εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, όπως οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, όπου η Μαρίν Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά έχουν ταχθεί κατά της «κοινής» πυρηνικής αποτροπής.

Το ΝΑΤΟ, από την πλευρά του, επιμένει στη ρητορική ενότητας. Ο γενικός γραμματέας Μαρκ Ρούτε έχει επαναλάβει ότι οι ΗΠΑ παραμένουν δεσμευμένες στη διατλαντική συμμαχία, ενώ Αμερικανός αξιωματούχος του Πενταγώνου δήλωσε ότι η πυρηνική αποτροπή υπέρ των συμμάχων συνεχίζεται κανονικά. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει αναφερθεί δημοσίως στην πυρηνική ομπρέλα, ούτε –σύμφωνα με πηγές– έχει τεθεί το ζήτημα σε ιδιωτικές συνομιλίες.

Παρά τις διεργασίες, πολλοί εκτιμούν ότι οι οικονομικές και πολιτικές δυσκολίες θα περιορίσουν τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες. «Αν θέλεις μια πολυεπίπεδη πυρηνική ομπρέλα, βρίσκεσαι στον δρόμο για να γίνεις παγκόσμια δύναμη», δήλωσε ο Βέλγος πρωθυπουργός Μπαρτ ντε Βέβερ. «Δεν είμαι βέβαιος ότι η Ευρώπη πρέπει να φτάσει τόσο μακριά».

Τελευταίες ειδήσεις

Exit mobile version